Μπορεί η ανοικοδόμηση της πρώην Ανατολικής Γερμανίας να δείξει τον δρόμο στην Ελλάδα;


του Peter Gumbel, από το περιοδικό TIME, μετάφραση: Κώστας Σκλιάμης


Καθώς η κοινή γνώμη στην Ελλάδα στρέφεται ενάντια στις πολιτικές λιτότητας που αποτελούν το τίμημα της διάσωσης της οικονομίας της χώρας, κάποιοι Έλληνες κάνουν με άνεση παραλληλισμούς μεταξύ της χώρας τους και της Αργεντινής του 2001, όταν η δεύτερη αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της, αποκόπηκε από την διεθνή οικονομική κοινότητα και μετά από αρκετούς μήνες όπου επικρατούσε χάος, άρχισε να αντιμετωπίζει μια οικονομική ανάπτυξη.


Για τους Ευρωπαίους εταίρους της Ελλάδος αυτή η αναλογία – μια άτακτη ελληνική αποχώρηση από την Ευρωζώνη– οδηγεί στο πιο άσχημο σενάριο που μπορεί να υπάρξει, δηλαδή μια οικονομική πυρκαγιά στην Ευρώπη και τον κόσμο. Αυτό είναι ένα σενάριο που έχει κινηθεί από την σφαίρα του εξαιρετικά απίθανου σε όλο και πιο πιθανό. Στις 17 Μαΐου ο οίκος Fitch για άλλη μια φορά μείωσε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδα, επικαλούμενος τον αυξανόμενο κίνδυνο εξόδου από το ευρώ μετά τις βουλευτικές εκλογές στα μέσα Ιουνίου.


Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία, προτιμούν να κάνουν μια άλλη σύγκριση. Είναι το αντιπαράδειγμα, το όραμα που περιγράφει μία παραμονή της Ελλάδας με επιτυχία στη ζώνη του ευρώ, η οποία μετά από μια μακρά δύσκολη περίοδο αναπροσαρμογής θα καταφέρει να επιστρέψει στην ευημερία. Αυτό το αντιπαράδειγμα συνιστά μία σύγκριση με την πρώην Ανατολική Γερμανία.


Το μοντέλο της Αργεντινής αναφέρεται στις συζητήσεις κυρίως ως προς την ορμητικότητα του και για το ότι οδηγεί σε μία κόλαση με οδυνηρές συνέπειες. Το μοντέλο της Ανατολικής Γερμανίας, όμως, τονίζει πώς η υπομονή και η πειθαρχία μπορούν τελικά να αποδώσουν μακροπρόθεσμα με την προϋπόθεση να υπάρχει αφενός αφθονία μετρητών σε ετοιμότητα προκειμένου να εξασφαλιστεί η κοινωνική ειρήνη, και αφετέρου η απαραίτητη προθυμία από τα κάτω για να υπάρξουν θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Και οι δύο συγκρίσεις είναι περιορισμένης χρήσης. Η  ανάκαμψη της Αργεντινής ήλθε ως αποτέλεσμα των εξαγωγών των εμπορευμάτων της –ένα όπλο που δεν διαθέτει η Ελλάδα– σε μια εποχή έντονης οικονομικής ανάπτυξης παγκοσμίως, που αποτελεί πλέον μια μακρινή ανάμνηση. Η Δυτική Γερμανία επέβαλε τους νόμους της, τις μεθόδους της και την διοίκηση της στην Ανατολική Γερμανία, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να κάνει στην Ελλάδα.


Αλλά η σύγκριση με την Α. Γερμανία έχει κάποια αξία στο τρέχων ελληνικό έπος, κυρίως όσον αφορά τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν. H Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, η οποία μεγάλωσε στην Ανατολική Γερμανία και έγινε γνωστή ως πολιτικός μετά την επανένωση παίζει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η εμπειρία της ίσως βοηθήσει να εξηγήσουμε την έντονη επιμονή της στην οικονομική πειθαρχία. Ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Wolfgang Schäuble έκανε τον Φεβρουάριο μια ευθεία σύγκριση μεταξύ της Ελλάδας και της Ανατολικής Γερμανίας, λέγοντας σε μια τηλεοπτική συνέντευξη ότι το κράτος παίζει μεγάλο ρόλο και στα δύο κράτη και ότι η Ελλάδα έχει πλούσια περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να ιδιωτικοποιήσει. Ο Ulrich Blum, καθηγητής οικονομικών στο University of Halle, πηγαίνει τη συζήτηση ένα βήμα πιο μακριά. Η Ανατολική Γερμανία το 1990 και η Ελλάδα του σήμερα είναι «κράτη υπό διάλυση με εντελώς ακατάλληλες θεσμικές δομές» αναφέρει ο Blum, φέρνοντας ως παράδειγμα τους αόριστους νόμους περί του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και κτήσης στην Ελλάδα.


Είναι σίγουρο ότι ακόμη και αν η Ελλάδα βγει από την ευρωζώνη, η υποτίμηση του νομίσματός της δεν θα είναι αρκετή για να ανακτηθεί η ευημερία της χώρας: θα χρειαστεί ένας θεμελιώδης ανασχεδιασμός του τρόπου λειτουργίας της. Το Δ.Ν.Τ έχει έναν κατάλογο στον οποίο αναφέρει όλα τα κακώς κείμενα της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του δυσλειτουργικού φορολογικού συστήματος  και ορισμένων τραγελαφικών μορφών εργασίας: για παράδειγμα, στις χαμηλές και μεσαίες τάξεις δημοσιών υπαλλήλων, παρά τις λιγότερες ώρες εργασίας και τη διά βίου εργασιακή ασφάλεια, εκείνοι κερδίζουν περίπου 25% περισσότερο από τους ομολόγους τους στον ιδιωτικό τομέα.


Το μοντέλο της Ανατολικής Γερμανίας παρουσιάζει μία μέθοδο που έχει ήδη εφαρμοστεί. Η μια πλευρά  αυτής της μεθόδου περιελάμβανε διεξοδικές θεσμικές και νομικές μεταρρυθμίσεις, που θέτουν σε εφαρμογή ένα φορολογικό κώδικα, διασαφηνίζουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και γενικά δημιουργούν τις νομικές, κοινωνικές και οικονομικές δομές που απαιτούνται για τη λειτουργία ενός αποτελεσματικού σύγχρονου κράτους. Παράλληλα, υψηλά στη λίστα βρίσκεται η μαζική ιδιωτικοποίηση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων για να ενθαρρυνθεί η ενίσχυση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Η δεύτερη πλευρά αυτής της μεθόδου λαμβάνει τη μορφή παροχής μετρητών. Στην περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας, οι μεταφορές χρήματος από τη Δυτική Γερμανία τις τελευταίες δύο δεκαετίες έφτασε συνολικά περίπου το 1,6 τρισεκατομμύρια ευρώ και συνεχίζουν να υφίστανται.


Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι ιδιώτες πιστωτές έχουν ήδη συμφωνήσει σε ένα σχέδιο μείωσης του χρέους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση με το Δ.Ν.Τ έχουν συμφωνήσει να καλύψουν πιστωτικά 165 δισεκατομμύρια μέχρι το τέλος του 2014. Αλλά τα σκληρά οικονομικά μέτρα έχουν μόλις αρχίσει. Ο Paul Tomsen, επικεφαλής της αποστολής του ΔΝΤ στην Αθήνα, πρόσφατα διευκρίζοντας ποιες μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν, συμπεριέλαβε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και μια πιο γρήγορη αναπροσαρμογή των μισθών και της παραγωγικότητας στις επιμέρους ιδιωτικές εταιρείες. Είναι μία τεχνοκρατική γλώσσα αναφορικά με την περικοπή του κόστους εργασίας για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.