Super Market


Τα ερωτήματα παραμένουν αμείλικτα, όπως και η «νύστα» που έχει κατακλύσει την καθημερινότητά μας. Ρίχνεις νερό στο πρόσωπο, αυξάνεις τη δόση του καφέ, αλλά τίποτα δεν μοιάζει αρκετό να καθαρίσει την ατμόσφαιρα.


Ο πόνος στο στήθος δυναμώνει. Μια καλοντυμένη κυρία, περιμένει έξω από το super market. Αυτό είναι το όριο. Κάποιος στο εσωτερικό του καταστήματος αναρωτιέται σιωπηλά πως είναι δυνατόν μία ντομάτα να κοστίζει 58 λεπτά και επιστρέφει με την στο ταμείο με μία μικρότερη.


Για πρώτη φορά, ακούς τόσο δυνατά τον τρόμο των ανθρώπων.


Των ανθρώπων που περιμένουν στα σκουπίδια τους υπαλλήλους να αδειάσουν τα σαπισμένα φρούτα, των ανθρώπων που θεωρούσαν ότι θα μπορούσε το τέλος της ζωής τους να γίνει με αξιοπρέπεια, όλων όσοι αναρωτιούνται εάν τον επόμενο μήνα θα υπάρχει φαρμακείο για να καλύψει τη χημειοθεραπεία τους.


Των ανθρώπων που βάζουν τέλος. Δύο συνάνθρωποί μας, μια μητέρα και ένας γιος, οι οποίοι ανεξάρτητα από την ηλικία τους παραμένουν πάντα μία μητέρα και ένας γιος.


Αυτολογοκρίνομαι. Θέλω να βγω στο δρόμο και να αρχίσω να μιλάω με τους περαστικούς αλλά παραμένω καθηλωμένος στο παράθυρο. Μια μεγάλη μπλε σημαία κυματίζει στο απέναντι μπαλκόνι, στο απέναντι ισόγειο και μεγαλώνει την απόσταση που μας χωρίζει.


Τελειώνουν οι μπαταρίες και φοβάμαι να αλλάξω σταθμό. Θα ταραχθεί η ισορροπία και η φωτεινή ένδειξη που αργοσβήνει θα πεθάνει. Μικρό το κακό. Κάνει ζέστη και παραμένω ακίνητος. Σταθερός σε μία προσμονή. Δροσιά, άνεμος, προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, πυροσβέστες σε ετοιμότητα. Απλωμένες οι μάνικες, τα κράνη κρύβουν τα πρόσωπα και οι στολές τον ιδρώτα.


Προσπαθώ να θυμηθώ όλα όσα πέρασαν, όλα όσα συνεχίζουν να περνάνε και δεν έγιναν ούτε μία πρόταση σ΄ ένα σημείωμα. Την άνοιξη, τα δύο μικρά δεντράκια στο μπαλκόνι που τα θεωρούσα για μήνες νεκρά και ξαφνικά γέμισαν πράσινα φυλλαράκια. Το γκιώνη που αν και παράφωνος μεγαλώνει τις νύχτες μας, τις κάνει πιο δροσερές.


Αλλά πάλι νιώθω ότι με τέτοια ζέστη η επίκληση στο παρελθόν μπορεί να σου είναι βαρετή. Στεναχωριέμαι γιατί κάποιοι είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στον ήλιο, και βιώνουν μια νέα απογοήτευση.


Φοβάμαι ότι η μεγάλη πυρκαγιά πλησιάζει. Κάποια στιγμή ακόμη και αυτός ο διάλογος θα τελειώσει. Η εντολή να μαζευτούν οι μάνικες θα δοθεί και τότε το ισχυρό αόρατο χέρι θα πετάξει το σπίρτο. Η προφητεία τους θα εκπληρωθεί. Οι δρόμοι θα γεμίσουν κατάρες και η Δημοκρατία θα πετάξει το προσωπείο της.


Δεν έχουμε άλλα όπλα στα χέρια μας. Όσο μαύρα κι αν είναι τα γυαλιά που φοράμε


δεν μπορούν να αποτρέψουν τη νέα μέρα.


Η γεωγραφία ήταν πάντα αμείλικτη, ο καθαρός συννεφιασμένος ουρανός της Δανίας δεν θα ανησυχήσει ποτέ για την αφρικανική σκόνη. Οι ήσυχοι Δανοί θα συνεχίσουν να πίνουν τον καφέ και τη μπίρα τους δίπλα σε ανθισμένες γλάστρες και θα χτίζουν νέες γέφυρες πάνω και κάτω από τη θάλασσα.


Το χειρότερο είναι να στέκεσαι και να περιμένεις. Όχι κάτι συγκεκριμένο, να περιμένεις να γίνει ένα θαύμα, να φυσήξει λίγο πιο δυνατά και να συνωμοτήσει το σύμπαν ώστε να βρεθεί έξω από την πόρτα σου ένα μπουκάλι με ένα μήνυμα σταλμένο από κάποιο προηγούμενο αιώνα.


Να βρεθεί πάνω στο γραφείο σου ένα σημείωμα, μια πρόσκληση.


Το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να πειστείς ότι αυτή η πρόσκληση θα έρθει. Να περιμένεις ότι θα χτυπήσει το κουδούνι.


Δεν μπορώ να πω τίποτα γιατί νιώθω χαμένος σε μία θάλασσα από παρακινήσεις, ατάκες, γέλια και ειρωνεία.


Κοιτώντας έξω, νιώθω τη μοναδική μου βεβαιότητα, το αντίθετο της απογοήτευσης είναι ο δρόμος. Γι αυτό προσπαθούν να τον γεμίσουν με νεκρούς, άγρια σκυλιά με μάσκες και σκουπίδια.


Πηγή: ellinofreneia.net