«Success story»..


Ο Βασίλης Ασβεστόπουλος είναι ο απεσταλμένος του γερμανικού Focus στην Αθήνα.


Με το ρεπορτάζ του γκρεμίζει το επικοινωνιακό success story της κυβέρνησης κι ενός ΙΚΑ που δεν έχει λεφτά για τις συντάξεις και εφευρίσκει δικαιολογίες. Έχει την αίσθηση ότι  οι 17 εκατ. τουρίστες δεν είναι απλά μόνο επικοινωνιακό τρικ.


Αναφέρει σχετικά:


«Δεν αισθάνομαι ότι η περιγραφή της καθημερινότητας που ζει ο Έλληνας πολίτης είναι πράξη που γκρεμίζει κάτι. Η παραγγελία του περιοδικού ήταν ένα άρθρο για τη ζωή στην Ελλάδα και την επιβεβαίωση ή όχι των θριαμβευτικών πολιτικών λόγων. Τίποτε περισσότερο. Έτσι και με βάση τις αρχές δημοσιογραφίας απλά πήρα τους δρόμους και κατέγραψα ότι είδα.


Το λεγόμενο success story ωστόσο δε το βρήκα ούτε στα σαλόνια επενδυτών και φυσικά όχι στις ουρές του ΙΚΑ, στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, στα μάρκετ της γειτονιάς και στα πεζοδρόμια. Επίσης δεν είδα καμία εργασία στην Ολυμπία Οδό. Αν εκεί υπάρχουν εργάτες τότε σε λίγο θα εξάγουμε τον αόρατο μανδύα του Harry Potter.


Αντιλαμβάνομαι ωστόσο ότι χρειάζεται αισιοδοξία για να υπάρξει νέο ξεκίνημα της οικονομίας. Πώς να γίνει αυτό με ένα τραπεζικό σύστημα- ζόμπι δε μπορώ να αντιληφθώ. Η ίσως επιτυχής ανακεφαλαίωση τραπεζών δεν δείχνει να έχει δώσει καμία ώθηση στην πραγματική οικονομία. Έχει χρεώσει όμως το σύνολό της με δισεκατομμύρια χρέη και τόκους.


Επίσης δε μου βγαίνει ο λογαριασμός αν αναλογιστώ ότι ένας Έλληνας επενδυτής χρεώνεται για την ρευστότητά του -αν και εφ όσον την λαμβάνει- τον ίδιο τόκο όπως ένας Γερμανός πολίτης για την πιστωτική κάρτα του.


Από τα πρώτα μαθήματα στις οικονομικές σχολές είναι ότι δε μπορεί να σταθεί επένδυση της οποίας τα κέρδη είναι χαμηλότερα από τους τόκους που πληρώνει. Επίσης αναρωτιέμαι που είναι οι μεταρρυθμίσεις στη γραφειοκρατία όταν εκατομμύρια φορολογούμενοι πρέπει είτε να τρέξουν αυτοπροσώπως στην τράπεζα για μια βεβαίωση τόκων ή ως συνταξιούχοι να μάθουν το διαδίκτυο για να αποκτήσουν βεβαίωση συντάξεων.


Ο εξωτερικός παρατηρητής αντιλαμβάνεται την εικόνα ενός δημοσίου που με σχεδόν αμείωτη δύναμη προσωπικού νεκρώνεται στη λειτουργία του και αναγκάζει τον ίδιο τον πολίτη αλλά και τον επενδυτή να αντικαταστήσει το κράτος όταν ταυτόχρονα συρρικνώνεται δραματικά ο ιδιωτικός τομέας. Πείτε μου εσείς με ποιο οικονομικό μοντέλο μπορεί αυτή η τακτική να φέρει καρπούς. Στην παρούσα φάση όμως μια συρρίκνωση του δημοσίου τομέα θα μας φέρει άλλη μια στρατιά ανέργων. Δε βγαίνει! Με όποια κυβέρνηση στην εξουσία δεν είναι δυνατές οι μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο κοινού νομίσματος, δηλαδή χωρίς πληθωριστική εκτύπωση χρημάτων, όταν δεν υπάρχει χρήμα στην πραγματική οικονομία.


Όσον αφορά τώρα τους τουρίστες. Δε μπορώ να έχω πλήρη εικόνα. Αλλά δειγματοληπτικά με τυχαίες ερωτήσεις σε ξενοδόχους, ταξιτζήδες, εστιατόρια αλλά και σε τουριστικά γραφεία Ελλάδας και Γερμανίας μου φαίνονται σα να έχουν την ίδια ιδιότητα με τους εργάτες της Ολυμπίας οδού. Το δεύτερο που άκουσα αυτές τις μέρες στο ρεπορτάζ ήταν “και πρέπει να δούμε ποιας ποιότητας τουρίστες είναι”. Κάντε έναν γύρο στις αμέτρητες πια προσωρινές και μάλλον παράνομες πιάτσες ταξί και δείτε πως διαπραγματεύονται τουρίστες για να ρίξουν την τιμή. Έχω δει αρκετές φορές να δέχεται ο τελευταίος μιας ουράς ταξί να μεταφέρει τους τουρίστες με τρία ευρώ αντί για την ελάχιστη χρέωση ή το αντίτιμο του ταξίμετρου. Ρωτήστε μετά τον οδηγό αν βγαίνει οικονομικά μ’ αυτό και θα σας απαντήσει συνήθως αρνητικά αναφέροντας όμως την ανάγκη του για χαράτσια, δόσεις δανείων κ.τ.λ.


Μακάρι να διαψευστώ σ’ όλα αυτά – το εύχομαι».


 


και συνεχίζει,


«Προσωπικά δε πιστεύω ότι θα πετάξει η Ευρωζώνη κάποιο κράτος εκτός Ευρώ. Αυτό θα ήταν τραγικό για την εξέλιξη όλης της Ευρωζώνης και θα έφερνε σε κάθε περίπτωση ένα ντόμινο. Είμαι όμως πεπεισμένος ότι η Γερμανία έχει Plan B. Στην Γερμανία αναλύουν τα αρχιτεκτονικά λάθη της Ευρωζώνης ενώ εμείς κάνουμε απογραφές επί απογραφών. Πριν τρία χρόνια θα υπήρχε οικονομικός σεισμός αν η Γερμανία σκεφτόταν να φύγει από το νόμισμα.


Ήταν μπλεγμένο όλο της το τραπεζικό σύστημα. Σήμερα βλέπουμε ότι η Deutsche Bank κατάφερε με διάφορα κόλπα να καλύψει την επικίνδυνη έκθεσή της σε τοξικά ομόλογα τόσο της Ευρωζώνης όσο και των Αμερικανικών τραπεζών. Τι θέλω να πω; Ότι πριν πετάξει κανείς την Ελλάδα έξω η Γερμανία θα φύγει πρώτη. Τίθεται το ερώτημα τι θα κάνουν όλοι οι άλλοι που μετά από χρόνια θυσιών στήριξαν το κοινό νόμισμα; Εναλλακτικά μπορεί βάσει της νέας φιλοσοφίας του bail in να ζήσουμε κουρέματα τραπεζικών λογαριασμών σ΄όλη την ΕΕ, πλην των κρατών που έχουν σταθεροποιήσει το τραπεζικό τους σύστημα. Σ’ αυτά τα κράτη ανήκει αναμφισβήτητα η Γερμανία ».


 


Για την καθημερινότητα στη Γερμανία,


«Σαφώς και υπάρχουν άνεργοι. Υπάρχει μια στρατιά ανέργων και νεόπτωχων. Μιλάμε για δέκα εκατομμύρια Γερμανούς σε σύνολο ογδόντα εκατομμυρίων κατοίκων που εξαρτούνται από την κοινωνική πρόνοια. Αν αναλογιστεί κανείς ότι μέσα σ’ αυτά τα δέκα εκατομμύρια υπάρχουν αμέτρητοι εργαζόμενοι που παρά την πλήρη εργασία τους δε λαμβάνουν αμοιβή επαρκή για την επιβίωση, γίνεται τρομακτικό το νούμερο.


Δε το θεωρείς και οικονομική υπερδύναμη αυτό. Η Γερμανία ζει το μνημόνιο από της αρχές του 2000. Ήταν έργο του σοσιαλδημοκράτη Gerhard Schröder. Η Μέρκελ απλά απολαμβάνει τους καρπούς αυτής της πολιτικής. Για τον πολίτη όμως υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί. Αφ’ ενός μεν εξασφαλίζεται η επιβίωσή του. Αφ’ ετέρου δε ο πολίτης που λαμβάνει κοινωνική πρόνοια οφείλει να ρευστοποιήσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. Πρόκειται στη θεωρία για την ίδια πράξη του δράματος που ζούμε σήμερα στην Ελλάδα. Με μια σημαντική διαφορά, στην Ελλάδα για τους φτωχούς δεν υπάρχει κοινωνική πρόνοια αλλά μόνο κοινωνικός Καιάδας.


Το απάνθρωπο αυτό σχέδιο είναι έργο του τέως μάνατζερ της Volkswagen, Peter Hartz, και φέρει το όνομά του. Η κοινωνική πρόνοια της Γερμανίας είναι γνωστή ως Hartz IV. Ό ίδιος ο Hartz, συνδικαλιστής και μέλος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, έχασε όλα τα αξιώματα του το 2007 όταν αποδείχτηκε ότι διέπραξε διαφθορά και υπεξαίρεση χρημάτων. Oι μεταρρυθμίσεις του ωστόσο υπάρχουν ακόμα. Περιλαμβάνουν την κατάλυση εργασιακών δικαιωμάτων και την εισαγωγή τής επί ενοικίαση εργασίας. Πως λοιπόν να λυπηθεί ένας Γερμανός πολίτης που τα ζει όλα αυτά τον Έλληνα; Σκεφτείτε ότι ο Γερμανός δεν έχει ιδέα ότι σε αντίθεση με εκεί, εδώ δεν υπάρχει το κοινωνικό δίχτυ για κάλυψη της διατήρησης της επιβίωσης. Ως σχέδιο όμως το νομικό πλαίσιο του Harz εξασφάλισε την σχετική υπεροχή της Γερμανίας σ’ αυτό που ονομάζουμε ανταγωνιστικότητα. Το αφήνω έτσι, γιατί άμα συνεχίσουμε εδώ την ανάλυση θα φτάσουμε στο σημείο να θέσουμε θεμελιώδη ερωτήματα για το ίδιο μας το οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης».