
Ίσως είναι πρωτόγνωρο ακόμη και για τα χρονικά του ΔΝΤ.
Το να λένε στους ανυπεράσπιστους πολίτες μιας χώρας, ότι κάναμε λάθος που σας μαστιγώσαμε τόσο άγρια αλλά θα συνεχίσουμε να σας μαστιγώνουμε, επειδή είστε μαζόχες και μας αγαπήσατε κι από πάνω.
Κάναμε λάθος για τα 3 χρόνια εξαθλίωσης αλλά είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε το ίδιο βιολί και δεν έχουμε καμία διάθεση να μειώσουμε τον ΦΠΑ στην εστίαση.
Κάναμε λάθος 3 χρόνια αλλά εμείς έχουμε το δικαίωμα στο λάθος ενώ εσείς το μόνο δικαίωμα που έχετε-εξαιτίας των ολίγιστων ηγετών σας-είναι να είστε ευτυχείς επειδή πληρώνετε υπάκουα τους φόρους και τα χαράτσια.
Πάντως από μία άποψη γίναμε Σουηδία. Το Σύνδρομο της Στογχόλμης κουμπώνει τέλεια στον μαζοχιστή λαό ο οποίος έχει ταυτισθεί με τον απαγωγέα βιαστή του και κοντεύει να τον ερωτευθεί.
Το 1973, τέσσερις Σουηδοί που κρατήθηκαν ως όμηροι για έξι ημέρες σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας, κατά τη διάρκεια της ληστείας, «δέθηκαν» συναισθηματικά με τους εγκληματίες που τους κρατούσαν, ένα φαινόμενο που ονομάστηκε Σύνδρομο της Στοκχόλμης.
Σύμφωνα με τους ψυχολόγους ο δεσμός αυτός με τους κακοποιούς ήταν ένα μέσο που ανέπτυξαν οι όμηροι προκειμένου να αντέξουν τη βία.
Στις 10:15 το πρωί της Πέμπτης, 23 Αυγούστου του 1973 η «Sveriges Kredidbank» της Στοκχόλμης σείστηκε από πυροβολισμούς. «Το πάρτυ μόλις άρχισε», ανακοίνωσε ο 32χρονος Jan–Erik Olsson, παλιός δραπέτης φυλακών. «Το πάρτυ», πράγματι, συνεχίστηκε για περίπου 131 ώρες, ή με άλλα λόγια για πάνω από πέντε ημέρες, καθώς ο Olsson κράτησε ομήρους τέσσερις υπαλλήλους της τράπεζας στο θησαυροφυλάκιο μέχρι αργά το απόγευμα της 28ης Αυγούστου.
Παρόλο που η ληστεία από μόνη της δεν ήταν συνταρακτικής σημασίας, αργότερα οι συνεντεύξεις των τεσσάρων ομήρων έφεραν στο φως αναπάντεχες συνέπειες. Συνέπειες που επαληθεύτηκαν σε πολυάριθμες άλλες «καταστάσεις ομηρίας» στα χρόνια που ακολούθησαν.
Αν και οι αιχμάλωτοι από μόνοι τους δεν ήταν σε θέση να το εξηγήσουν, παρουσίασαν μία παράξενη σχέση με τους εγκληματίες που τους κρατούσαν. Ταυτίστηκαν με αυτούς ενώ ένιωθαν φόβο γι’ αυτούς που έβαλαν τέλος στην αιχμαλωσία τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα κατέθεσαν υπέρ των εγκληματιών ή συγκέντρωσαν χρήματα για τη νομική υπεράσπισή τους.
Η Σουηδική τοποθεσία της «Sveriges Kreditbank» έδωσε το όνομά της σε αυτήν την πνευματική διαταραχή ως «Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης».
Η μακροχρόνια ψυχολογική έρευνα του περιστατικού αυτού και άλλων παρόμοιων καταστάσεων ομηρίας έχει καταλήξει σε ένα σαφές και χαρακτηριστικό σύνολο συμπτωμάτων για το Σύνδρομο της Στοκχόλμης:
Οι όμηροι αρχίζουν να ταυτίζονται με τους εγκληματίες που τους κρατάνε. Αρχικά τουλάχιστον, αυτή η ταύτιση αποτελεί έναν μηχανισμό άμυνας, που βασίζεται (συνήθως ασυνείδητα) στην ιδέα ότι ο εγκληματίας δεν θα βλάψει τον αιχμάλωτο εάν αυτός είναι συνεργάσιμος και ακόμη αν τον υποστηρίζει απόλυτα. Ο αιχμάλωτος προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια του εγκληματία με σχεδόν παιδαριώδη τρόπο.