
Το συμβολικής σημασίας μήνυμα «φέρτε τα βιβλία πίσω στο σαλόνι» κυριάρχησε στις ετήσιες εκθέσεις που απέστειλαν οι εκπαιδευτικοί φορείς των 33 χωρών μελών του ΟΟΣΑ στο Συνέδριο, που διεξήχθη στις 17.4.2013, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου του Λονδίνου για το μέλλον του ψηφιακού βιβλίου και την ποιότητα των εθνικών πολιτικών εκπαίδευσης στις τρεις εκπαιδευτικές βαθμίδες.
Με δυσκολότερο, αλλά και σημαντικότερο εγχείρημα να κερδηθεί η μάχη της φιλαναγνωσίας στην κρίσιμη ηλικία των 15 ετών, εκατοντάδες αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες ανταγωνίζονται η μία την άλλη σε φαντασία και πόρους, με έπαθλο την εκπαιδευτική πρωτοπορία στην ψηφιακή εποχή.
Η Κίνα, που έχει κάθε λόγο να ενδιαφέρεται να κατακτήσει μια θέση αντάξια της υπερδύναμης που εκπροσωπεί, δημοσιοποίησε μια έρευνα, βάσει της οποίας φαίνεται ότι τα παιδιά των οικογενειών που διαθέτουν μόλις 20 βιβλία στο σπίτι τους κάθονται στο σχολείο κατά μέσο όρο 2,3 χρόνια περισσότερο από τα παιδιά που έχουν λιγότερα ή καθόλου βιβλία στο σπίτι τους, ενώ εκείνα που διαθέτουν κατά μέσον όρο 500 βιβλία στο σπίτι τους έχουν αυξημένες πιθανότητες όχι μόνο να φοιτήσουν στην εκπαίδευση 6,4 χρόνια περισσότερα από τους άλλους, αλλά και να κατακτήσουν τις πιο αξιοζήλευτες κοινωνικά και οικονομικά θέσεις στην αγορά εργασίας.
Σε συνδυασμό με την αξιοσημείωτη αντοχή που φάνηκε να δείχνει το έντυπο βιβλίο σε όλους τους τομείς της εκδοτικής δραστηριότητας, εθνικές έρευνες και στατιστικές απανταχού της γης έρχονται να αποδείξουν το αυτονόητο: Με όσο πιο πολλά βιβλία μεγαλώνεις γύρω σου τόσο περισσότερες πιθανότητες έχεις να μορφωθείς και να μορφώσεις. Μέχρι εδώ καλά, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Τα βιβλία κοστίζουν και μάλιστα τα καλά βιβλία κοστίζουν αρκετά σε αντίθεση με τους εθνικούς εκπαιδευτικούς πόρους που λιγοστεύουν χρόνο με το χρόνο. Και το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν το ψηφιακό βιβλίο και οι ανοικτές εκπαιδευτικές πηγές (open educational resources) είναι η λύση.
Στο σημείο αυτό υπάρχουν πολλά ερωτηματικά και άλλες τόσες αμφιβολίες για το αν και κατά πόσο το ψηφιακό βιβλίο μπορεί όχι να συμπληρώσει, αλλά ν΄ αντικαταστήσει το έντυπο βιβλίο και οι ελεύθερα προσβάσιμες ανοικτές εκπαιδευτικές πηγές τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια και το σχετικό συνοδευτικό υλικό.
Σε λίγα χρόνια θα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, αν ο σκληρός ψηφιακός ανταγωνισμός πολλών αναδυόμενων χωρών και ιδίως των ασιατικών για εκπαιδευτικές επιδόσεις μπορούν να δικαιολογήσουν τα δισεκατομμύρια δολάρια που επενδύονται σε ψηφιακές συσκευές ανάγνωσης και άλλα διαδραστικά εκπαιδευτικά μέσα.
Η Τουρκία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει εντάξει την εκπαιδευτική της πολιτική στο γεωστρατηγικό ρόλο που επιθυμεί να παίξει στην ευρύτερη περιοχή, έχει ήδη διαθέσει μέρος του προϋπολογισμού των 10 δις δολαρίων, προκειμένου να εκπαιδεύσει και εξοπλίσει 1 εκ. δασκάλους και 15 εκ. μαθητές με ψηφιακές ταμπλέτες μέσα στα επόμενα 3 χρόνια. Ασχέτως πάντως αν, όπως μας εκμυστηρεύτηκε ο Τούρκος Αντιπρόεδρος της Ένωσης Τούρκων Εκδοτών στο πλαίσιο της διεθνούς έκθεσης βιβλίου της Θεσσαλονίκης, αυτές οι ταμπλέτες έχουν πρόσβαση μόνο σε intranets εξ αιτίας της λογοκρισίας καθώς και ότι οι περισσότεροι γονείς αποτρέπουν τα παιδιά τους να τις χρησιμοποιούν στο σπίτι, ο ψηφιακός ανταγωνισμός σε χώρες όπως η Κορέα, η Ταϊβάν, η Χιλή, η Νέα Ζηλανδία και άλλες, παρ΄ ότι έχει υψηλούς εκπαιδευτικούς στόχους, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πετύχει ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης. Τούτο για μια σειρά από λόγους, όπως η πιθανολογούμενη μελλοντική έλλειψη πόρων, η ανάγκη κατάλληλης εκπαίδευσης των εκπαιδευτών στα ψηφιακά μέσα, η δυσκολία ανεύρεσης ποιοτικών ανοικτών εκπαιδευτικών πηγών και άλλα.
Το μέλλον του βιβλίου, ιδίως του ψηφιακού, καθώς και η πολυκύμαντη σχέση του Έλληνα με την ανάγνωση κυρίως αυτή την εποχή έχουν ιδιαίτερη σημασία για δύο λόγους: Πρώτον, διότι η κάθετη πτώση της αγοράς του βιβλίου στη χώρα μας αποτελεί εξαίρεση σε σχέση με άλλες χώρες, που βρέθηκαν σε καθεστώς μνημονίου και αυτό πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα και δεύτερον, διότι απούσης οποιασδήποτε εθνικής στρατηγικής για την εκπαίδευση, επαναλαμβάνουμε και σε αυτόν τον τομέα τον κακό μας εαυτό δίχως να έχουμε μάθει από τα παθήματα του παρελθόντος. Εξαγγέλλουμε «προχωρημένες» εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες επικοινωνιακού χαρακτήρα χωρίς να έχουν μελετηθεί και αποκωδικοποιηθεί επαρκώς εμπειρίες άλλων χωρών που προηγήθηκαν και μπορούν να μας διδάξουν πολλά.
Φέρτε τα βιβλία πίσω στο σαλόνι λοιπόν -έντυπα ή ψηφιακά- δεν έχει σημασία, θα συμπλήρωνα εγώ, αρκεί να έχουν ποιότητα και να ευχαριστούν τον αναγνώστη τους. Μόνο τότε θα μπορούμε να μιλάμε για πραγματική φιλαναγνωσία στον τόπο μας με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό.