Στατιστική ανάλυση της αναξιοκρατίας

Του Οδυσσέα Βουδούρη

Ετυχε πρόσφατα να δώσω, με την επιστημονική ιδιότητά μου, συστατική επιστολή σε υποψήφια μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών. Η υποψηφιότητά της απορρίφθηκε παρά το εξαιρετικό βιογραφικό της, τον πολύ καλό βαθμό πτυχίου και την καλή γνώση της στα αγγλικά -παράμετροι που ήταν τα προαπαιτούμενα για την επιλογή. Στενοχωρήθηκα, βέβαια, και η υποψήφια ακόμη περισσότερο από μένα, αλλά το θέμα θα είχε μείνει εκεί αν η συγκεκριμένη υποψήφια δεν είχε την περιέργεια να ζητήσει τις βαθμολογίες και να μου τις δείξει. Ο πίνακας βαθμολόγησης περιείχε 4 κατηγορίες κριτηρίων: βαθμό πτυχίου, βαθμό αγγλικών, βαθμολόγηση της δήλωσης ενδιαφέροντος του υποψηφίου για το μεταπτυχιακό και βαθμολόγηση σε προσωπική συνέντευξη.

Με έκπληξη διαπίστωσα ότι η απορριφθείσα υποψήφια είχε σαφώς καλύτερους βαθμούς από άλλους υποψήφιους που έγιναν δεκτοί, στις 2 πρώτες κατηγορίες «αντικειμενικής» βαθμολόγησης, ενώ υστερούσε σημαντικά -και αδικαιολόγητα κατά την άποψή μου- στις δυο τελευταίες «υποκειμενικές» βαθμολογήσεις.

Σε πρώτη φάση σκέφτηκα μήπως πρόκειται για τυχαίο γεγονός. Μέχρι που είχα την ιδέα να μελετήσω αυτή τη βαθμολογία με στατιστική μέθοδο. Σε καθεμία από τις 4 κατηγορίες αποφάσισα να συγκρίνω τον μέσο όρο των 15 επιτυχόντων υποψηφίων με τον μέσο όρο των επόμενων 15, που απορρίφθηκαν.

Παραθέτω το αποτέλεσμα το οποίο είναι… κατατοπιστικό (ΠΙΝΑΚΑΣ Α):

 Καταρχήν, αξίζει ένας σχολιασμός για τα 4 κριτήρια.

1. Αντικειμενικός είναι προφανώς ο βαθμός του πτυχίου, που λογικά θα έπρεπε να έχει και το μεγαλύτερο βάρος.

2. Αντικειμενικός επίσης είναι ο βαθμός στα Αγγλικά, ο οποίος αποδίδεται ύστερα από ανώνυμη γραπτή εξέταση.

3. Η βαθμολόγηση της «δήλωσης ενδιαφέροντος» του υποψηφίου για το μεταπτυχιακό περιέχει ένα διπλό στοιχείο υποκειμενικότητας. Πρώτον, η «αυθεντικότητα» της δήλωσης δεν είναι αξιολογήσιμη. Είναι προφανώς «κανόνας του παιχνιδιού» κάποιος που θέτει υποψηφιότητα, πέρα από το πραγματικό του ενδιαφέρον, να βάζει τα δυνατά του για να γίνει δεκτός και συνεπώς να δηλώνει αυτά που οι αξιολογητές θα ήθελαν να ακούσουν. Επιπλέον, η ίδια η έννοια του «ενδιαφέροντος» είναι εξ ορισμού υποκειμενική.

4. Οσον αφορά τη συνέντευξη, είναι κοινός τόπος ότι πρόκειται για τη βασιλική οδό για κάθε υποκειμενική επιλογή. Προσφέρει βέβαια χρήσιμες πληροφορίες, αλλά η προφύλαξη της αξιοκρατίας επιτάσσει να της δίνουμε μικρό συντελεστή. Εδώ όμως διαπιστώνουμε ακριβώς το αντίθετο: ο συντελεστής της συνέντευξης είναι διπλάσιος από όλους τους άλλους! Αλλά το πραγματικά δυσνόητο κατ’ εμέ είναι η βαθμολόγηση των συστατικών επιστολών, που συμπεριλαμβάνεται στη βαθμολόγηση της συνέντευξης. Πράγματι, πώς μπορούν να βαθμολογηθούν; Δύο στοιχεία ενδέχεται να ληφθούν υπόψη: το κύρος του υπογράφοντος και το περιεχόμενο της επιστολής.

Πώς θα εκτιμηθεί όμως το κύρος του υπογράφοντος; Με το αξίωμά του;

Ο υπουργός π.χ. υπερέχει του πρύτανη και ο πρύτανης του καθηγητή; Ή το αντίστροφο; Και πώς θα συγκριθεί το περιεχόμενο, εφόσον δεν υπάρχει ενιαία στάθμιση μεταξύ των διαφορετικών συστησάντων; Τελικά, μια συστατική επιστολή μπορεί μεν να ληφθεί ως ένας γενικός ποιοτικός δείκτης, αλλά η «βαθμολόγησή» της αγγίζει τα όρια του εμπαιγμού.

Τι σημαίνουν λοιπόν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα; Διαπιστώνουμε πρώτον ότι, κατά μέσο όρο, οι μη επιτυχόντες, παραδόξως θα λέγαμε, υπερτερούν των επιτυχόντων στα αντικειμενικά κριτήρια.

Και, δεύτερον, διαπιστώνουμε ότι κυριολεκτικά αυτοί οι μη επιτυχόντες στη συνέχεια καταποντίζονται στα υποκειμενικά κριτήρια.

Τελικά, επιλέγονται για να παρακολουθήσουν το μεταπτυχιακό υποψήφιοι με χαμηλότερα αντικειμενικά προσόντα, οι οποίοι όμως «δηλώνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον», έχουν «καλύτερες συστατικές επιστολές» και οι οποίοι τα καταφέρνουν «καλύτερα στις προφορικές συνεντεύξεις»!

Αυτή η αντίφαση, την οποία οι αριθμοί εκφράζουν με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, προφανώς δεν μπορεί να είναι τυχαία.

Παρ’ όλα αυτά σκέφτηκα «μήπως όμως αυτό το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό είναι μια εξαίρεση;»

Για να λύσω την απορία μου, αποφάσισα να επεκτείνω τη στατιστική μελέτη στο σύνολο των μεταπτυχιακών του τρέχοντος έτους της συγκεκριμένης Σχολής, εξαιρετικά έγκριτης κατά τα άλλα. Το αποτέλεσμα σε ένα σύνολο 58 επιτυχόντων υποψήφιων ήταν το εξής (ΠΙΝΑΚΑΣ Β):

Δεν είναι απαραίτητο να αναλύσουμε εδώ αυτό που σχεδόν όλοι μας, και σίγουρα οι περισσότεροι εκ των βαθμολογητών του μεταπτυχιακού, κρίνουμε ως το μεγαλύτερο τρωτό του ελληνικού δημόσιου τομέα: την πελατοκρατία, τον παραγοντισμό, την αναξιοκρατία.

Αν τα όσα αναφέρω εδώ σχετίζονται ή όχι με αυτή τη νοσηρή κατάσταση, ας το κρίνει ο καθένας.

Πηγή: efsyn.gr