«Βόμβα» α λά ελληνικά

Όπως οι Γερμανοί θεωρούν «βόμβα» για το ευρώ τη χρεοκοπημένη ελληνική οικονομία, έτσι τώρα και στις ΗΠΑ τρέμουν ότι το φιτίλι από την πτώχευση του Ντιτρόιτ θα προκαλέσει ντόμινο εκρήξεων στο συνταξιοδοτικό οικοδόμημα της χώρας!
Η σύγκριση, μάλιστα, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το βρετανικό περιοδικό «Economist»:

«Όταν η Ελλάδα μπήκε στην οικονομική κρίση το 2010, το πρόβλημα εξαπλώθηκε γρήγορα. Πολλοί παρατηρητές έμειναν έκπληκτοι: Πώς μια τόσο μικρή χώρα μπορεί να πυροδοτήσει μια ευρωπαϊκή κρίση; Οι Γερμανοί είδαν τη “μόλυνση” να αποδεικνύεται για την Ευρώπη ισχυρότερη απ’ όσο νόμιζαν. Η Αμερική τώρα είναι σε μια παρόμοια κατάσταση με τη Γερμανία. Το Ντιτρόιτ αποτελεί δημοσιονομική βόμβα για τις ΗΠΑ!».

Το πρόβλημα έχει να κάνει με τις συντάξεις και τις καλύψεις υγείας στον δημόσιο τομέα. Όμως, αν ο δημόσιος τομέας καταρρεύσει, εκτιμάται ότι δύσκολα θα μείνει αλώβητος και ο ιδιωτικός.
Οι ΗΠΑ άφησαν το Ντιτρόιτ να χρεοκοπήσει ή – σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη αργκό – να λύσει τα προβλήματά του μόνο του. Οι μισές από τις οικονομικές υποχρεώσεις του Ντιτρόιτ αφορούν συντάξεις – παροχές υγείας και κινδυνεύουν από μεγάλο «κούρεμα», ενώ η στριμωγμένη κυβέρνηση αρνείται να εγγυηθεί για το παραμικρό. Κι άλλες αμερικανικές πολιτείες, όμως, έχουν δεσμευτεί με ανάλογες παροχές, τις οποίες δεν μπορούν τώρα να υποστηρίξουν.
Οι πολιτείες προσφέρουν στους δημοσίους υπαλλήλους τους συγκεκριμένα συνταξιοδοτικά προγράμματα, συνυπολογίζοντας τα έτη εργασίας και τον τελευταίο μισθό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, λοιπόν, το συνταξιοδοτικό κενό για τις ΗΠΑ είναι ιλιγγιώδες: στα 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια ή στο 17% του ΑΕΠ!
«Λεβιάθαν» και προπαγάνδα
Αν, όμως, διαβάσουμε και «πίσω από τις γραμμές» όσων δημοσιεύονται, τότε θα διαπιστώσουμε ότι το συνταξιοδοτικό στον δημόσιο τομέα των ΗΠΑ έχει ήδη μπει στο σημάδι για αναδιάρθρωση, με τον ίδιο περίπου τρόπο που αυτή την εποχή επιχειρείται και στα… μέρη μας. Και αυτό είναι κάτι λογικό, αφού η Αμερική θεωρείται η μήτρα του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου μοντέλου.
Ήδη, λοιπόν, γίνονται αναφορές στις ΗΠΑ για το αυξημένο προσδόκιμο ζωής, για τους ηλικιωμένους που «κοστίζουν» όλο και περισσότερο, για τους προνομιούχους δημοσίους υπαλλήλους με συντάξεις ακόμα και 800.000 δολάρια ετησίως, για πολιτείες που μοιράζουν αφειδώς παροχές για ψηφοθηρικούς σκοπούς, για τα χαμηλά ηλικιακά όρια και για ένα συνταξιοδοτικό σύστημα κατά τα πρότυπα του ιδιωτικού τομέα.
Μάλιστα, τη στιγμή που προβάλλονται ειδήσεις, όπως π.χ., ότι «στην Καλιφόρνια 20.000 δημόσιοι υπάλληλοι παίρνουν συντάξεις άνω των 100.000 δολαρίων τον χρόνο», ταυτόχρονα «περνάει στα ψιλά» το γεγονός ότι στην ίδια πολιτεία ο μέσος όρος των συντάξεων είναι 29.000 δολάρια κατ’ έτος. Παρεμπιπτόντως, στο Ντιτρόιτ η μέση σύνταξη δημοσίου είναι 19.000 δολάρια.
Είναι χαρακτηριστικό αυτό που γράφει ο «Economist»: «Οι Αμερικανοί, αν κληθούν μέσω της φορολογίας να χρηματοδοτήσουν το Ντιτρόιτ ή και άλλες χρεοκοπημένες Πολιτείες, αναμένεται να αντιδράσουν όπως αντιδρούν και οι Γερμανοί για τον ευρωπαϊκό Νότο. Η αλήθεια παραμένει πως ολόκληρο το αμερικανικό δημόσιο βρίσκεται σε μια οικονομική “χώρα του ποτέ”, τη στιγμή που ο δυναμικός ιδιωτικός τομέας υποχρεώνεται να κουβαλάει στις πλάτες του έναν μη αναδιαμορφωμένο Λεβιάθαν».

Θέμα χρόνου το κραχ
Το Ντιτρόιτ είναι η μεγαλύτερη αμερικανική πόλη που κατέθεσε ποτέ αίτηση πτώχευσης. Τα χρέη του υπολογίζονται σε 18,2 δισ. δολάρια ή 27.000 δολ. ανά κάτοικο. Από αυτά, τα 9,2 δισ. είναι χρέος που αφορά τις συντάξεις. Ήδη το Ντιτρόιτ άρχισε να καταγράφει τα προς ξεπούλημα… «ασημικά» του! Από τα σπάνια εκθέματα του μουσείου τέχνης έως το αεροδρόμιο και το νησί Belle!
Πάντως, σοβαρότερο πρόβλημα αντιμετωπίζει η πολιτεία του Ιλινόι, με χρηματοδοτικό κενό στις συντάξεις ύψους 133 δισ. δολάρια ή 241% των εσόδων της πολιτείας. Συνολικά, δέκα πολιτείες βρίσκονται πάνω από το «επικίνδυνο» 100%! Οι αριθμοί δείχνουν αδιέξοδο. Και, απ’ ό,τι εκτιμάται, είναι μάλλον θέμα χρόνου να γίνει το κραχ. Για παράδειγμα, το ταμείο των εκπαιδευτικών αναμένεται να στερέψει το 2029 στο Ιλινόι και το 2025 στην Καλιφόρνια.
Τα χέρια του Ομπάμα μοιάζουν δεμένα. Ο δημόσιος τομέας πάσχει, όμως δεν αναθαρρεί ούτε ο ιδιωτικός. Ενώ τα ποσοστά εργασίας στον ιδιωτικό τομέα πλησιάζουν τα αντίστοιχα προ ύφεσης, εντούτοις το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών παραμένει 5% χαμηλότερο απ’ ό,τι το 2005.
Ταυτόχρονα, ο πλούτος που συσσωρεύεται στο 1% του πληθυσμού είναι κοντά στο ποσοστό του 2005, το οποίο ήταν και το υψηλότερο από την δεκαετία του 1920.
Αναπόφευκτα, όπως έδειξε δημοσκόπηση, λιγότεροι Αμερικανοί θεωρούν σήμερα τον εαυτό τους κομμάτι της μεσαίας τάξης απ’ ό,τι το 2008.
Λόγω της στασιμότητας στους τομείς της μεταποίησης και των εξαγωγών, ο Ομπάμα δεν κατάφερε να περάσει ούτε καν το νόμο για αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου από 7,25 δολάρια σε 9, μετά τη σθεναρή αντίδραση των ρεπουμπλικάνων.
Για κάποιον, πάντως, που έχει βιώσει όσα γίνονται στην Ελλάδα την τελευταία τριετία, ο τρόπος που ο «Economist» διατυπώνει το συμπερασματικό του μότο για όσα συμβαίνουν γύρω μας είναι άκρως ενδεικτικός: «Εν κατακλείδι, όπως συνέβη στο Ντιτρόιτ, ίσως τελικά χρειάζεται το σοκ μιας οικονομικής κρίσης για να καταφέρουν οι πολιτείες να αντιμετωπίσουν το συνταξιοδοτικό τους πρόβλημα. Όταν, άλλωστε, εμφανίζεται μια κρίση, πάντα γίνεται πιο “εύπεπτη” η ανάγκη για “θυσίες”».