Οι Τραχίνιες έλαμψαν στην Επίδαυρο

Μπαίνοντας στο αρχαίο θέατρο, το περασμένο Σάββατο, οι γυναίκες του χορού ήταν ήδη συγκεντρωμένες στην είσοδο. Με γκρίζα φορέματα, με μποτάκια, με μουντζούρες στο πρόσωπο. Είχαν αρχίσει νωρίτερα από την ώρα έναρξης, μία μία, να απευθύνονται στο κοινό. Ανέβαιναν πάνω σ’ εκείνον τον κορμό, τον κομμένο κάθετα που δέσποζε στη μέση της ορχήστρας, και αφηγούνταν έναν έναν τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή. Κι ήταν αυτός ο κορμός όλο το σκηνικό, γύρω από τον οποίο εναλλασσόταν η χαρά, ο ενθουσιασμός, ο πόνος, η φρίκη… Ηταν οι «Τραχίνιες», οι κάτοικοι της μικρής και άσημης Τραχίνας, που ξεδίπλωσαν μια από τις σπάνια παιζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, τη δεύτερη παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου για φέτος.

Οι θεατές του Σαββάτου έβλεπαν όλη την ορχήστρα σκεπασμένη με μαύρο πλαστικό. Τα φαναράκια που κράτησαν στα χέρια τους λίγο αργότερα οι Τραχίνιες (μία από τις πιο ωραίες σκηνές της παράστασης) έκαναν το πλαστικό να μοιάζει με υδάτινη επιφάνεια. Το περίγραμμα μιας κόκκινης πύλης από νέον στο βάθος σηματοδοτεί το παλάτι. Από εκεί έβγαινε κι εκεί κατέφευγε απελπισμένη η Δηιάνειρα (η Αννα Μάσχα γοήτευσε στην πρώτη της παρουσία στην Επίδαυρο με τη φινέτσα και τη καθαρότητα του λόγου της), η γυναίκα του Ηρακλή. Οι Τραχίνιες, οι γυναίκες του χορού, μέσω της μουσικής (από τους πρωταγωνιστές της παράστασης) του Κορνήλιου Σελαμσή και με τη δύναμη των εξαιρετικών φωνών τους άρχισαν να αφηγούνται την ιστορία του απελπισμένου έρωτά της για τον Ηρακλή, που νιώθει ότι τον χάνει εξαιτίας της Ιόλης, της κόρης του Εύρυτου, και επιχειρώντας να τον κερδίσει για πάντα, τον δολοφονεί.

Είναι όλες οι κοινωνικές διαστρωματώσεις παρούσες σ’ αυτήν την τραγωδία: η τροφός (Φιλαρέτη Κομνηνού) που συμβουλεύει τη Δηιάνειρα τι να πράξει («εν τέλει και των ταπεινών ο λόγος έχει θέσει», λέει μέσω της Δηιάνειρας ο Σοφοκλής), ο λαός, οι Τραχίνιες, που αγωνιούν, πάσχουν και συμπάσχουν με τα βάσανα των αρχόντων τους και τον πόνο τους, ο αγγελιοφόρος (μικρή η παρουσία του Κώστα Μπερικόπουλου στην ορχήστρα, αλλά εντυπωσιακή), ο ακόλουθος του ισχυρού αρχηγού που προσπαθεί να τον προστατεύσει και γίνεται εν τέλει θύμα αυτού που υπηρετεί (Γιώργος Χρυσοστόμου), ο ισχυρός, ο ήρωας, το απόλυτο «εγώ» και ο ναρκισσισμός του ημίθεου Ηρακλή, (ο Αργύρης Ξάφης εμφανίστηκε μεταμορφωμένος σ’ έναν θεόρατο άνδρα, και με φωνή τενόρου, σαν σε όπερα -εύστοχο εύρημα- άρχισε να αφηγείται πώς τον πλήγωσε το δηλητηριασμένο πέπλο που του έστειλε η Δηιάνειρα) και ο γιος των δύο πρωταγωνιστών, ο Υλλος (Θάνος Τοκάκης, η μόνη πιο γήινη μορφή μετά την Τροφό και τον Αγγελιοφόρο), που προσπαθεί να ανταποκριθεί στις επιθυμίες του γονιού του, και να χαράξει τον δικό του δρόμο.

Δεν είχε πολλή δράση αυτή η τραγωδία του Σοφοκλή. Ο χορός, ο βασικός πρωταγωνιστής (κι ένας από τους ωραιότερους χορούς που έχουμε δει) ανέλαβε τον ρόλο του αφηγητή και του συνδέσμου. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που υπέγραψε και την απόδοση του κειμένου, έπρεπε αυτό το άγνωστο εν πολλοίς έργο (πριν από 43 χρόνια το είχε παρουσιάσει το Εθνικό) να το αναγεννήσει και το φέρει «κοντά» μας. Είχε γι’ αυτό τον σκοπό στη διάθεσή του τη μουσική, τα κοστούμια και το απέριττο, αλλά έντονο σκηνικό της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, τον χορό και τους ξεχωριστούς ηθοποιούς του. Κατάφερε να μεταδώσει συγκίνηση και απόλαυση, κατάφερε να συνομιλήσει με προηγούμενους σκηνοθέτες (η αναφορά στην Αηδόνα ήταν προφανής), κατάφερε να κάνει τους 7,5 χιλ. θεατές του Σαββάτου να παρακολουθούν ακίνητοι την εξέλιξη. Και να χειροκροτήσουν πολύ θερμά στο τέλος την ευαισθησία, την τρυφερότητα και την ιδιαίτερη αισθητική που ήταν παρούσες σε όλη την παράσταση.

Εκτός προγράμματος

Δύο εκτός προγράμματος περιστατικά. Εργαζόμενοι του υπουργείου Πολιτισμού μοίραζαν πριν από την έναρξη στους θεατές, δίγλωσση μπροσούρα (ελληνικά, αγγλικά) εναντίον της κινητικότητας και των απολύσεων. Με κοσμιότητα. Το δεύτερο ήταν εκείνο το σύννεφο που στάθηκε πάνω από τα κεφάλια των θεατών και έρανε με λίγες σταγόνες, στη διάρκεια της παράστασης, τα κεφάλια τους. Κάποιοι είπαν ότι έμοιαζε με μέρος του σκηνικού.

Πηγή: kathimerini.gr