Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (*) Με αφορμή το 23ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας (Αθήνα, 4-10 Αυγούστου 2013)

Του Κυριάκου Σ. Κατσιμάνη

Ενώ καταλαγιάζει σταδιακά στη μνήμη μας ο απόηχος του 23ου Παγκόσμιου Συνεδρίου Φιλοσοφίας, διάχυτη είναι η ικανοποίηση λόγω του ότι, εκτός των άλλων θετικών πλευρών του, που θα καταγραφούν και θα αξιολογηθούν εν καιρώ[1], οι εργασίες του απέκτησαν αναπόφευκτα συμβολικό χαρακτήρα. Σηματοδότησαν, σύμφωνα με μια μερίδα του τύπου, την επιστροφή της Φιλοσοφίας στην πατρίδα της, την Ελλάδα, και ειδικότερα την Αθήνα. Με αφετηρία, λοιπόν, αυτό το συμβολισμό διατυπώνουμε αμέσως ένα ερώτημα το οποίο ανακύπτει φυσικά και αβίαστα: πώς αιτιολογείται και πώς τεκμηριώνεται αυτή η επιστροφή; Με άλλα λόγια, πώς αποδεικνύεται ότι γενέτειρα της Φιλοσοφίας είναι η Ελλάδα και ειδικότερα η Αθήνα;

Η απάντηση στο ερώτημα επιβάλλει μια γενικότερη και όσο το δυνατόν περισσότερο συνοπτική θεώρηση της Φιλοσοφίας και των ιστορικών πρωταρχών της. Όπως είχε ήδη επισημανθεί από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, έμφυτη στον άνθρωπο είναι η τάση να γνωρίσει τον κόσμο μέσα στον οποίο έχει ριχτεί και, όταν δυσκολεύεται να την ικανοποιήσει, θαυμάζει και απορεί [2].Κατά τα πρώτα  στάδια της πολιτιστικής εξέλιξής του ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από ένα είδος εξωλογικής σκέψης, σύμφωνα με την οποία η φύση και το υπερφυσικό στοιχείο συγχέονται, ενώ δυνάμεις κρυφές και άγνωστες στον αμύητο δρουν και επηρεάζουν τα πάντα.  Στην προσπάθειά της, λοιπόν, να δώσει απάντηση στις απορίες της, η εξωλογική αυτή σκέψη προσφεύγει στο μύθο, που συνιστά μια απλοϊκή αλλά ιστορικά καταξιωμένη απόπειρα ερμηνείας του κόσμου. Μυθικές είναι οι αφηγήσεις που περιέχονται στα ομηρικά έπη και στη Θεογονία του Ησιόδου, οι οποίες, αντί να εξηγήσουν τη σύσταση και τη λειτουργία του κόσμου, περιγράφουν την προέλευσή του και τον τρόπο με τον οποίο έχει ιεραρχηθεί[3].

Καθώς ο μύθος παρακμάζει σταδιακά για να παραχωρήσει ολοένα και περισσότερο τη θέση του στο λόγο, η Φιλοσοφία εκτοπίζει την εξωλογική σκέψη και εμφανίζεται αρχικά ως κοσμολογία. Η κοσμολογία, δηλαδή η πρώτη απόπειρα της Φιλοσοφίας να ερμηνεύσει τον κόσμο λογικά, εμφανίζεται  σιγά σιγά στο ιστορικό προσκήνιο και υποκαθιστά τους θεογονικούς μύθους, αφομοιώνοντας, όμως, και αξιοποιώντας δημιουργικά τα κύρια στοιχεία τους. Τόπος γεννήσεως της Φιλοσοφίας είναι οι εστίες του ελληνισμού στην Ιωνία, και οι ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας και γλώσσα της είναι η ελληνική. Κατά τον Χάιντεγκερ, «Η ελληνική γλώσσα και μόνο αυτή είναι λόγος» [4]. Κοσμολόγοι είναι οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι, οι  λεγόμενοι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, όπως ο Θαλής, ο Αναξαγόρας, ο Αναξιμένης, ο Ηράκλειτος, ο Ξενοφάνης, ο Πυθαγόρας, ο Παρμενίδης, ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο Εμπεδοκλής, ο Δημόκριτος και άλλοι[5]. Όλοι αυτοί λειτουργούν ως καθολικοί σοφοί, οι  οποίοι, στην προσπάθειά τους να αγκαλιάσουν γνωστικά και να ερμηνεύσουν λογικά τον κόσμο και τη ζωή, αντικαθιστούν τις μυθικές μορφές με έννοιες και διαμορφώνουν τη φιλοσοφική ορολογία[6].   

Ενώ όμως η Φιλοσοφία περιελάμβανε αρχικά στο πλάτος της όλους τους υπάρχοντας τότε τομείς του επιστητού, από τους μετακλασικούς χρόνους και μετά, λόγω της αύξησης των γνώσεων που επέβαλε την ανάγκη της εξειδίκευσης, οι επιστήμες θα αποτελέσουν η μία μετά την άλλη αυτόνομους γνωστικούς τομείς — διαδικασία που θα επαναληφθεί και θα ολοκληρωθεί με γοργό ρυθμό  κατά τους νεότερους χρόνους. Και είναι χαρακτηριστικό το ότι από το 18. ήδη αιώνα ο Καντ είχε παρομοιάσει την αποψιλωμένη από τις επιστήμες Φιλοσοφία με μια σύγχρονη Εκάβη που κλαίει για το θάνατο των παιδιών της[7].

Αν, όμως, η Φιλοσοφία έχασε με τον τρόπο αυτό σε πλάτος και σε αρμοδιότητες, ταυτόχρονα κέρδισε πάρα πολλά σε βάθος και σε γνησιότητα. Εκείνο που της απέμεινε είναι ό,τι ακριβώς τη χαρακτηρίζει, είναι η πεμπτουσία της και η ειδοποιός διαφορά της, δηλαδή ό,τι την κάνει να είναι αυτό που είναι. Οπότε, εδώ, γεννιέται ένα καινούργιο ερώτημα: τι είναι ή, καλύτερα, «τι κάνει» και «πώς λειτουργεί», τελικά, η Φιλοσοφία[8];

Πριν επιχειρήσουμε μια απάντηση, κρίνονται απαραίτητες δύο διευκρινίσεις: α) Δεδομένου ότι ένας αυστηρά λογικός ορισμός της Φιλοσοφίας είναι εξαιρετικά δύσκολος αν όχι εντελώς αδύνατος, ο καλύτερος τρόπος προσέγγισης και κατανόησης της κορυφαίας αυτής πνευματικής επίδοσης είναι η απαρίθμηση των βασικών λειτουργιών της. Και β) οι λειτουργίες που θα αναφερθούν δεν είναι ανεξάρτητες και διακριτές μεταξύ τους, αλλά πολύ συχνά συμπληρώνονται αμοιβαία, τέμνονται και επικαλύπτονται, με αποτέλεσμα να αποτελούν συχνά τις διαφορετικές όψεις μιας και της αυτής λειτουργίας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το θέμα του 23ου Παγκόσμιου Συνεδρίου Φιλοσοφίας, η Φιλοσοφία είναι αναζήτηση και ταυτόχρονα τρόπος ζωής[9]. Ας δούμε περισσότερο αναλυτικά ποιες είναι οι βασικές λειτουργίες που υποδηλώνει ο καθένας από αυτούς τους δύο χαρακτηρισμούς[10]:

Α΄Ως αναζήτηση, η Φιλοσοφία:

  1. Δείχνεται δύσπιστη σε κάθε μορφή αυθεντίας και αρνείται οτιδήποτε δε συνοδεύεται από λογικές εξηγήσεις και σωστά θεμελιωμένες αποδείξεις.
  2. Δεν ικανοποιείται από έτοιμες απαντήσεις και, παραμερίζοντάς τες, «ξανακάνει κάτι πρόβλημα», δηλαδή ξαναπιάνει ένα ζήτημα και το εξετάζει από την αρχή, έστω και αν είναι γενικώς παραδεκτό ότι  αυτό το ζήτημα έχει ήδη αντιμετωπιστεί.
  3.  Δεν αρκείται στην περιγραφή των φαινομένων, αλλά αναζητεί το σταθερό υπόβαθρο (λογικό ή οντολογικό) που τα συνέχει και τα υποβαστάζει.
  4. Δεν περιορίζεται στην επισήμανση των αποτελεσμάτων, αλλά αναζητεί πάντοτε την αιτία που τα προκαλεί – το γενεσιουργό παράγοντα που τα δημιουργεί.
  5. Δε στέκεται στο επιμέρους, αλλά στρέφεται προς το καθ’ όλου, το γενικό, στο οποίο το επιμέρους εντάσσεται και από το οποίο δέχεται καθορισμούς.
  6. Πριν επιδοθεί στην εξέταση του κάθε συγκεκριμένου θέματος, αναλύει μεθοδικά την αντίστοιχη έννοια, ώστε να είναι σαφές περί τίνος ακριβώς πρόκειται και ποια είναι η ακριβής σημασία των προτάσεων που χρησιμοποιούνται.
  7. Αναρωτιέται μονίμως τι είναι, σε τελευταία ανάλυση, κάθε παραδοχή και κάθε πεποίθηση σε τομείς όπως η γνωσιολογία, η ηθική και η αισθητική, καθώς και ποιο είναι το βαθύτερο νόημά της.
  8. Στέκεται πέρα και πάνω από τις επιστήμες που αναλύουν τις επιμέρους πτυχές των διαφόρων γνωστικών τομέων και προβαίνει στη σύνθεση των πορισμάτων τους επιδιώκοντας: α) να καταδυθεί ερευνητικά στο βάθος του κάθε τομέα, ώστε να συλλάβει το περιεχόμενό του καθαυτό – στη γενικότητα και την ουσία του˙ και β) να δημιουργήσει σταδιακά μια συνεκτική και σφαιρική εικόνα για τον κόσμο και τη ζωή, που να ικανοποιεί τη θεωρητική έφεση του πνεύματος…συνέχεια

(*) Διάλεξη που δόθηκε στο «Σύλλογο των Αθηναίων», στις 20 Νοεμβρίου 2013.

[1] Σε μια συνέντευξή του στο «Βήμα» της 4ης Αυγούστου 2013 ο Καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Βουδούρης είχε εκθέσει τους σκοπούς του Συνεδρίου και τις προσδοκίες από αυτό.

[2] Πλάτ., Θεαίτ.,155d. Αριστοτ. Μετά τα Φυσικά, Α 980 a 21 και 982 b 12-17. Βλέπε σχετικά, Κυριάκου Κατσιμάνη, Φιλοσοφική παιδεία, in «Λόγος και πράξη», δελτίο της ΟΛΜΕ, Αθήνα, 1979, σελ. 67.

[3] Ευαγγέλου Ρούσσου,  Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, Κοσμολογική περίοδος, in «Φιλοσοφία» ΟΕΔΒ, 1984, σσ. 17-20.

[4] Was ist das – die Philosophie?, γαλλική μτφρ., in «Questions», Gallimard, Paris, 1970, σελ. 20 (η λέξη «λόγος» στα ελληνικά). «H λέξη ‘φιλοσοφία’, παρατηρεί αλλού, (…) μιλάει ελληνικά» (όπ. παρ. σελ. 14). Και αυτό, γιατί «η ‘φιλοσοφία’ είναι ελληνική στο ίδιο της το είναι», με την έννοια ότι είναι από τη φύση της τέτοια, «ώστε συνέλαβε πρώτα πρώτα τον ελληνικό κόσμο και μόνο αυτόν απαιτώντας τον, προκειμένου η ίδια να ξεδιπλωθεί» (όπ. παρ., σελ. 15)..

[5] Για τη φιλοσοφία των Προσωκρατικών, βλέπε, μεταξύ άλλων: G. S Kirk – J. E. Raven – M. Schofield, The Presocratic Philosophers, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1990, σσ. 561. Κωνσταντίνου Βουδούρη, Προσωκρατική Φιλοσοφία, Εκδόσεις Ιωνία, Αθήνα, 1988, σσ. 222. Δημ. Ανδριόπουλου, Αρχαία Ελληνική Γνωσιοθεωρία, Βιβλιοπωλείο  της  «Εστίας», Αθήνα, 19953 , σσ.26-113.

[6] Ευαγγέλου Ρούσσου, όπ. παρ.

[7] Imm. Kant, Kritik der reinen Vernunft Κριτική του Καθαρού Λόγου, Πρόλογος στην Πρώτη Έκδοση, Εισαγωγή–Μετάφραση–Σχόλια Αναστασίου Γιανναρά (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση,1977) σελ.26..

[8] Εκτός των αναφερομένων εδώ (βλ. υποσημ. 2,9,10,11,12,13,18,26), ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα έργα σχετικά με την έννοια και το περιεχόμενο της Φιλοσοφίας (κατ’ αλφαβητική σειρά): Νίκου Αυγελή, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Kώδικας, Θεσσαλονίκη 1998. Θεόφιλου Βεΐκου, Προλεγόμενα στη Φιλοσοφία, Θεμέλιο, Αθήνα, 19873. Θεόφιλου Βορέα,, Εισαγωγή εις την Φιλοσοφίαν, ΟΕΔΒ, Αθήναι, 19722. Κων/νου Βουδούρη, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Αθήνα, 1984, σσ. 126. Κ.Ι. Δεσποτόπουλου. Φιλοσοφία και διαλεκτική, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Βάνιας,1990. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Φιλοσοφία και Κοινωνικές Επιστήμες, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1997. Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου, Φιλοσοφία και ζωή, Αθήνα, 1967, σσ. 293-322, 338-350. Χαρ.,Θεοδωρίδη, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Εκδόσεις του Κήπου, Αθήνα, 19552. Γρηγ. Κωσταρά, Φιλοσοφική προπαιδεία: Εισαγωγική θεώρηση, μεθοδολογική προσέγγιση, ιστορική επισκόπηση, Αθήνα, 19985.. Ε. Μουτσόπουλου, Τι είναι η φιλοσοφία, in «Φιλοσοφικοί δρόμοι», 1978, 1, σσ. 3-9. Η. Νικολούδη, Έννοια και χρησιμότητα της Φιλοσοφίας, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα, 1980, σσ. 335. Δημήτρη Ι. Παπαδή, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2012. Ε. Παπανούτσου, Γνωσιολογία, Αθήνα, 1954, σσ. 387-400. Ε. Παπανούτσου, Η ηθική συνείδηση και τα προβλή­ματά της, Αθήνα, 1962, σσ. 9-15. Γιάννη Τζαβάρα, Εγχειρίδιο Φιλοσοφίας, Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα, Αθήνα, 1995. Martin Heidegger, Was ist dasdie Philosophie?, γαλλική μτφρ., in «Questions», Gallimard, Paris, 1970, σσ. 11-38. Ted.Ηonderich (ed.), The Oxford Companion to Philosophy. Thomas, Nagel, Θεμελιώδη φιλοσοφικά προβλήματα, μτφρ. Χριστίνας Μιχαλοπούλου – Βεΐκου, Σμίλη, Αθήνα, 1990. J.-Ρ. Sartre, Τι είναι φιλοσοφία (μτφρ. από τα γαλλικά), in «Φιλοσοφικοί δρόμοι», 1977, 2, σσ. 30-35 και 3, σσ. 35-40.