Πόσο πάει η γαλοπούλα;

«Σπούτνικ» το xριστουγεννιάτικο τραπέζι στη χώρα των μαγκαλιών και της αιθαλομίχλης
Δεν φτάνουν τα χίλια προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι Έλληνες καταναλωτές κι αυτόν τον χειμώνα, τον έκτο συνεχόμενο με ύφεση. Είναι και το… δέντρο των χριστουγεννιάτικων εξόδων που κάθε χρόνο θεριεύει. Με συνέπεια να μην μπορεί κανείς να ξαποστάσει ούτε αυτές τις δυο, τρεις μέρες αργίας των εορτών.
Στην Ελλάδα της εσωτερικής υποτίμησης και των μαγκαλιών του 2013, οι τιμές των βασικών αγαθών εξακολουθούν να ανεβαίνουν με ρυθμούς εποχών καλοπέρασης. Τα στοιχεία που παρουσιάζουμε δεν είναι μόνο ενδεικτικά, αλλά και… εξωφρενικά για μια χώρα που βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα τόσα χρόνια.
Με τη γαλοπούλα να εκτιμάται ότι τις επόμενες μέρες θα ανέβει κι άλλο, έτσι ώστε να υπολογίζεται ήδη αύξηση στην τιμή της κατά 5% συγκριτικά με πέρυσι, το φετινό τραπέζι στην καλύτερη των περιπτώσεων θα είναι πάνω – κάτω στα ίδια επίπεδα με το 2012, με ελαφρές διακυμάνσεις ανά προϊόν. Ξέρουμε πολύ καλά, εξάλλου, ότι παραδοσιακά άλλα προαναγγέλλονται πριν από τις γιορτές κι άλλα πληρώνει εν τέλει κανείς στο ταμείο.
Θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει ανάλυση σε βάθος χρόνων ώστε να διαπιστωθεί τι πραγματικά συμβαίνει. Οι ετήσιοι πίνακες που δημοσιεύει το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών (ΚΕΠΚΑ) είναι διαφωτιστικοί.
Το ΚΕΠΚΑ υπολογίζει κάθε χρόνο τέτοια εποχή τις τιμές σε 27 βασικά είδη, τα περισσότερα από τα οποία συνήθως υπάρχουν στα γιορτινά τραπέζια. Όπως λαχανικά (καρότα, παντζάρια, λάχανο, μαρούλι κ.λπ.), φρούτα (μήλα, πορτοκάλια, αχλάδια κ.λπ.), κρέατα και γαλακτοκομικά (γαλοπούλα, χοιρινό, τυρί κ.λπ.), γλυκά (κουραμπιέδες, μελομακάρονα), κρασί, ελαιόλαδο κ.ά.
Το συνολικό κόστος του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού για το 2012 ήταν από 61 έως 132 ευρώ. Ενδεικτικές τιμές σε κάποια από τα αγαθά:
• Γαλοπούλα 7-10,3 ευρώ.
• Πατάτες 0,61-0,97.
• Ελαιόλαδο 3,29-7,15.
• Μελομακάρονα 6-13.
• Κουραμπιέδες 5,8-13.
Εξοργιστικό
Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι υπολογίζεται για 8-10 άτομα και περιλαμβάνει 2 κύρια πιάτα, 4 σαλάτες, 2 γλυκά, 5 είδη φρούτων. Βέβαια, δεν είναι απαραίτητο ένα χριστουγεννιάτικο γεύμα να περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω, ενώ η ποιότητα του κάθε προϊόντος διαμορφώνει και την τιμή του.
• Το 2011, λοιπόν, ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι κόστιζε από 56,69 έως 128,18 ευρώ. Συνεπώς, το γιορτινό τραπέζι του 2012 (από 61,72 ευρώ έως 132,06 ευρώ) είχε μια αύξηση της τάξης του 3,03% – 8,87%. Παρά τις αντίθετες προβλέψεις, εκτιμήσεις κι ανακοινώσεις για μείωση των τιμών.
Βασιζόμενοι στα ίδια στοιχεία για τα συγκεκριμένα προϊόντα, παρατηρούμε κάτι ακόμα πιο εξοργιστικό για μια οικονομία που κάθε χρόνο βουλιάζει στην ύφεση. Με το όργιο κερδοσκοπίας να επιτίθεται στις τσέπες των μεσαίων κι αδύναμων στρωμάτων και την εσωτερική υποτίμηση στα προϊόντα να μένει απλώς στα χαρτιά και σε ονειροπαρμένες εξαγγελίες.
• Το 2009 κι ενώ η χώρα μας ήδη διένυε τον δεύτερο χρόνο ύφεσης, ωστόσο δίχως να υπάρχει ακόμα τρόικα, το χριστουγεννιάτικο τραπέζι «απαιτούσε» από τις τσέπες των καταναλωτών από 52,51 έως 134,22 ευρώ.
• Την επόμενη χρονιά, το 2010, στα πρώτα μνημονιακά Χριστούγεννα, το ελάχιστο κόστος ανέβηκε στα 54,3 ευρώ, ενώ το ανώτατο μειώθηκε λίγο στα 127. Τα μεγαλύτερα βαλάντια πέρασαν πιο άνετα δηλαδή.
• Το ακόμα πιο εξωφρενικό στοιχείο έρχεται αν δούμε τι γινόταν το 2007 και το 2008, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του ΚΕΠΚΑ. Το 2007 ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι κόστιζε από 61,16 ευρώ έως 126,96 ευρώ. Το 2008, με την κρίση να είναι ανεπαίσθητη ακόμα στην Ελλάδα, οι τιμές κυμάνθηκαν πάνω – κάτω στα ίδια επίπεδα. Από 60,50 ευρώ έως 129,80 ευρώ.
Κι επειδή μεταξύ Χριστουγέννων 2012 και 2013 δεν φαίνεται να υπάρχουν ιδιαίτερες αποκλίσεις, έστω κι αν ο αποπληθωρισμός μεγαλώνει, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι σοκαριστικό:
• Το 2007, με τους μισθούς στα φόρτε τους, τα επιδόματα και τα δώρα στην ώρα τους, την ανεργία σε μονοψήφια νούμερα και τη ζωή στο ρελαντί για τον περισσότερο κόσμο, ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι στοίχιζε από 61,16 ευρώ έως 126,96 ευρώ.
Το 2012, με το πετσόκομμα στους μισθούς, τα χαράτσια να κόβουν κεφάλια, την ανεργία σε παγκόσμιο ρεκόρ, τα δώρα να έχουν κάνει φτερά και την ύφεση να «σκοτώνει» κάθε πιθανότητα ανάπτυξης, το χριστουγεννιάτικο τραπέζι κόστισε από 61,72 ευρώ έως 132,06 ευρώ. Αύξηση! Ακόμα και για όποιον επέλεξε τα φτηνότερα προϊόντα!
Κι όμως, μόνο στην Ελλάδα θα γινόταν να συμβεί κάτι τέτοιο που φτάνει στα όρια του παγκόσμιου παράδοξου. Αν και όχι τόσο παράδοξο, εδώ που τα λέμε, τουλάχιστον για όποιον γνωρίζει τι συμβαίνει σ’ αυτόν τον τόπο και ποιες είναι οι χρόνιες παθογένειές του. Ούτε από μαγκάλια ούτε από σύνδρομα Κατοχής καταλαβαίνει η κερδοσκοπία. Πατάει επί πτωμάτων κανονικά… Ειδικά σε εποχές κρίσης.
Καραμπινάτη αισχροκέρδεια
Μπορεί, λοιπόν, ο αποπληθωρισμός να αυξάνεται, αλλά στα είδη πρώτης ανάγκης γιγαντώνεται και η καραμπινάτη αισχροκέρδεια που παρατηρείται από καταβολής ελληνικού κράτους στην αγορά!
Αισχρότητα σε όλο της το μεγαλείο, λοιπόν. Διότι εκεί που ο πολίτης δεν έχει καμία άμυνα ή εναλλακτική είναι σε αυτά που δεν μπορεί να αποφύγει. Στο φαγητό και τα φάρμακα. Κι εκεί ακριβώς χτυπάει η κρίση τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Εκεί όπου δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς οι άνεργοι, οι μικροσυνταξιούχοι, οι εργαζόμενοι που πληρώνονται μια φορά το τρίμηνο.
Στα τρόφιμα οι τιμές εκτινάσσονται, λοιπόν. Στο… χριστουγεννιάτικο δέντρο, όμως, όχι. Ένα μεσαίων διαστάσεων δέντρο, με 35 μπιχλιμπίδια, είχε κατώτατο κόστος το 2008 στα 115 ευρώ, ενώ φέτος υπολογίζεται ότι θα είναι μόλις στα 63. Οπότε, ας φάμε δέντρο και μπάλες!
Στην Ελλάδα το κατάφερε κι αυτό η ασύδοτη «ελεύθερη» αγορά. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι του αποπληθωρισμού να είναι ακριβότερο από εκείνο της… αφθονίας του 2007, τότε που κάποιοι μας βάφτιζαν Δανία του Νότου σε βιοτικό επίπεδο.
Για έναν μέσο οικογενειάρχη αυτές οι μέρες μοιάζουν εφιάλτης… Και το παραμύθι έχει δράκο, αλλά για όλο και περισσότερους πια δεν έχει άγιο Βασίλη!

Τότε που ήμαστε οι πιο…  λαρτζ της Ε.Ε.
 Τον Δεκέμβριο του 2001, λίγα 24ωρα πριν κυκλοφορήσουν τα πρώτα ευρώ και στην ελληνική αγορά, η ετήσια έκθεση της Eurostat κατέτασσε τους Έλληνες σ’ αυτούς που ξοδεύουν σε εστιατόρια τα περισσότερα χρήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους!
Τα 3 εκατομμύρια σακουλάκια με τα 14,67 ευρώ (5.000 δρχ.) γίνονταν ανάρπαστα λίγο πριν από τις γιορτές στη χώρα μας, με την ευρωζώνη να βρίσκεται σε κατάσταση νομισματικού μεθυσιού. Ήταν τέτοια η… ευθυμία, που σε κράτη, όπως η σήμερα προβληματική οικονομικά Ολλανδία, μοίραζαν ακόμα και τζάμπα χρήμα! Σε κάθε πολίτη άνω των 6 ετών έδιναν από ένα δωρεάν σακουλάκι με 3,88 ευρώ! Σαν καραμέλες…
Στα λόγια, οι ιθύνοντες στη χώρα μας χτυπούσαν το καμπανάκι της στρογγυλοποίησης, εννοείται προς τα πάνω, των τιμών. Με την ανησυχία για το πρώτο διάστημα προσαρμογής να είναι έντονη. Για την αντιμετώπιση της εκτίναξης των τιμών, έγινε στην πράξη ό,τι πάντα. Τίποτα.
Το ρεβεγιόν των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς του 2001 σε ένα καλό εστιατόριο – ξενοδοχείο ξεκινούσε κατ’ άτομο από 15.000 δρχ. (44 ευρώ). Το κλίμα, όμως, έτσι κι αλλιώς ήταν έντονα ανατιμητικό. Στα τρόφιμα, γενικά, οι αυξήσεις προσέγγιζαν το 10%, στα είδη ένδυσης – υπόδησης μέχρι και το 7%, με τον πληθωρισμό στο 3%.
Τα βασικά προϊόντα μεταξύ Δεκεμβρίου 2000 και Δεκεμβρίου 2001 είχαν κάνει άλμα από 1,7% έως 11%, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.
Το φτηνό χρήμα και τα εορτοδάνεια άνοιγαν τις πύλες τους σιγά – σιγά και στη χώρα μας. Τα Χριστούγεννα του 2002, με το ευρώ να έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας και το βαρέλι το πετρέλαιο στα 30 δολάρια, η γαλοπούλα κυμαινόταν πια στα 5-6 ευρώ και το αρνάκι γάλακτος στα 6-7. Τα μελομακάρονα στα 4,5 ευρώ, η ζάχαρη στα 0,84 και οι πατάτες στα 0,5. Στα περισσότερα προϊόντα υπήρχαν αυξήσεις σε σχέση με το 2001 της τάξης του 5%-7%.
Την ίδια στιγμή, γίνονταν 2.000 αιτήσεις καθημερινά στις τράπεζες για εορτοδάνειο, με αύξηση 20%-25% των καταναλωτικών δανείων από την αρχή του έτους. Ο τζίρος των πολυκαταστημάτων από τις αγορές ήταν εκείνη την εορταστική περίοδο στο +50%.
Το 2003 τα πράγματα ήταν ακόμα καλύτερα λίγο πριν έρθει ο Αγ. Βασίλης. Ο μεγάλος κερδισμένος των εορτών ήταν ο κλάδος των τροφίμων, με έσοδα που ξεπέρασαν το 1,5 δισ. ευρώ! Για καλλυντικά ξοδεύτηκαν 340 εκατ., για ηλεκτρονικά παιχνίδια 36 εκατ. και για ένδυση 350 εκατ.
Οι προσφορές για «δάνειο τα Χριστούγεννα, πληρωμή το Πάσχα» έδιναν κι έπαιρναν, με πολύ κόσμο πια να επιλέγει να κάνει το ρεβεγιόν σε ευρωπαϊκούς ή εξωτικούς προορισμούς.
Διαβάζουμε στα «Νέα», στις 29 Νοεμβρίου 2003: «Πυρετός προσφοράς εορτοδανείων επικρατεί στις τράπεζες. Με ιδιαίτερη ένταση φέτος οι τράπεζες έχουν επιδοθεί σε προσφορές εορτοδανείων με χαμηλότερα επιτόκια, άτοκες δόσεις, δώρα, αλλά και με υψηλότερα ποσοστά χορήγησης που φτάνουν στο πρωτοφανές ύψος των 30.000 ευρώ χωρίς μάλιστα δικαιολογητικά».
Η κατάσταση συνεχίστηκε πάνω – κάτω έτσι, όταν το 2005 η τιμή της γαλοπούλας έπεσε απότομα, ακόμα και στα 2,5 ευρώ στη Βαρβάκειο κάποια στιγμή. Ο λόγος απλός. Ήταν η εποχή που επικρατούσε ο παγκόσμιος πανικός για τη γρίπη των πτηνών. Έτσι, όσοι καταναλωτές είχαν τη δυνατότητα, στρέφονταν ακόμα και σε εξωτικά εδέσματα, όπως κροκόδειλο, που έκανε 25,7 το κιλό (φρέσκο φιλέτο Αφρικής, χωρίς κόκαλο), σύμφωνα με τα δημοσιεύματα και το trendy της εποχής!
Η γαλοπούλα τελικά σταθεροποιήθηκε κάπου στα 6 ευρώ, ενώ το κατσικάκι ξέφυγε πάνω από 10, το ίδιο και οι κουραμπιέδες, με μεγάλες αυξήσεις σε σχέση με το 2004.
Οι τιμές συνέχισαν να τραβούν την ανηφόρα. Με ένα συντηρητικό χριστουγεννιάτικο τραπέζι να εκτινάσσεται στο +23% μεταξύ 2005-2006, με τη γαλοπούλα να κάνει λίμιτ-απ στα 8,5 ευρώ και το κατσίκι γάλακτος στα 11,5. Ούτε blue chip στο χρηματιστήριο να ήτανε…

Πηγή: topontiki.gr