
Υπάρχει όμως μια θερμαντική συσκευή, που έχει κατηγορηθεί ότι χρησιμοποιείται “ασκόπως” από… ασυνείδητους που ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα αντί να κάτσουν στωικά να ξεπαγιάσουν, η οποία, ετυμολογικά μιλώντας, είναι από τις πιο πολυταξιδεμένες λέξεις του λεξιλογίου μας. Διότι σήμερα θα λεξιλογήσουμε.
Αυτή λοιπόν η πολυταξιδεμένη λέξη είναι η σόμπα, τουλάχιστον σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία για την ετυμολογία της. Η σόμπα είναι από τα πιο πολυταξιδεμένα αντιδάνεια, έχει κάνει μια από τις πιο μακριές διαδρομές στο χρόνο και στο χώρο μέχρι να παλιννοστήσει. Στην αρχή της αλυσίδας υπάρχει μια λέξη πολυσήμαντη, η αρχαία λέξη τῦφος, που σήμερα σημαίνει μια ομάδα λοιμωδών παθήσεων, αλλά στην αρχαιότητα σήμαινε πολλά και διάφορα, πέρα από τη σημασία των ασθενειών, ανάμεσα στ’ άλλα τον ατμό, τον καπνό, την ομίχλη που σε τυφλώνει (άλλωστε από την ίδια ρίζα είναι και ο τυφλός), αλλά και την οίηση, την αλαζονεία. Εδώ υπάρχει κι ένα αρχαίο ανέκδοτο, ένα από τα πολλά του Διογένη. Ο κυνικός φιλόσοφος, λέει το ανέκδοτο, είχε πάει στην Ολυμπία για τους Αγώνες, και βλέποντας μερικούς Ροδίτες να είναι πολυτελέστατα ντυμένοι, είπε “τῦφος τοῦτό ἐστιν”, αλλά όταν μετά είδε Σπαρτιάτες με άθλια και λερωμένα ρούχα, είπε “ἄλλος οὗτος τῦφος”.
Η λέξη τύφος περνάει στα λατινικά, τόσο μεταφορικά (με τη σημασία της αλαζονείας), όσο και κυριολεκτικά. Και για να κάνουμε μια μικρή ετυμολογική παράκαμψη, όπως θα ξέρουν όσοι παρακολουθούν ποδόσφαιρο, στα ιταλικά οι φανατικοί φίλαθλοι (και ιδίως οι φανατικοί οπαδοί μιας ομάδας) λέγονται tifosi, λέξη που τη βρίσκουμε συχνά στα ελληνικά (οι τιφόζι), καμιά φορά και εξελληνισμένη (οι τιφόζοι). Αυτοί οι τιφόζοι είναι ακριβώς όσοι διακατέχονται από tifo, που είναι το πάθος του οπαδού, σημασία που την πήρε η λέξη από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Αλλά παραστρατήσαμε. Ας γυρίσουμε στο λατινικό typhus. Από τα γαλλικά και άλλα παράγωγα που μαρτυρούνται, οι ετυμολόγοι υποθέτουν έναν (αμάρτυρο) λαϊκό λατινικό τύπο ρήματος *tufare/*tupare και *extufare/*extupare και ένα επίσης αμάρτυρο ουσιαστικό *extufa, που σήμαινε το υπόκαυστον, τον κλειστό και ζεστό, γεμάτο ατμούς χώρο, το χαμάμ ας πούμε, αλλά και τη θερμάστρα. Η λέξη περνάει στα γαλλικά (estuve στα μεσαιωνικά εβραιογαλλικά, étuve στα σημερινά γαλλικά), στα παλαιά γερμανικά (stuba, θερμάστρα, απ’ όπου και το σημερινό αγγλικό stove), στα παλαιά σλαβικά (*stûba) και, είτε από τα γερμανικά είτε από τα σλαβικά φτάνει στα ουγγρικά (szoba), απ’ όπου περνάει στα τουρκικά, για να ξαναγυρίσει κλείνοντας τον κύκλο ολόκληρης της Ευρώπης, πάλι σ’ εμάς, ως σόμπα πλέον.
Να επαναλάβουμε τον κύκλο; αρχαία ελληνικά – λατινικά – παλαιά γαλλικά – παλαιά γερμανικά – σλαβικά – ουγγρικά – τουρκικά – νέα ελληνικά! Λίγες λέξεις θα βρείτε να έχουν κάνει τόσο μεγάλη διαδρομή.
Αλλά δεν τελειώνουμε εδώ. Η σόμπα μπορεί να έκλεισε τον κύκλο, υπάρχουν όμως κι άλλες λέξεις της ίδιας οικογένειας που κάνουν άλλους κύκλους κι άλλες διαδρομές. Ας πούμε, από τα γερμανικά και το stuba η λέξη πέρασε στα ρώσικα, μετατοπίστηκε κι η σημασία της, και έδωσε την изба, δηλαδή την ίζμπα, την καλύβα του Ρώσου μουζίκου, που έχει περάσει στα ελληνικά από δυο δρόμους: αφενός από τον δρόμο των βιβλίων, οπότε περιορίζεται σε ρώσικα συμφραζόμενα (“ο σοσιαλισμός έβγαλε τον μουζίκο από την ίζμπα, τον αναλφαβητισμό και την κακομοιριά και τον ανέβασε στ’ άστρα”, είχε γράψει, ίσως όχι άστοχα, κάποιος), αφετέρου μέσω λαϊκού δανεισμού, κι έτσι στο λεξιλόγιο του χωριού Βαμβακόφυτο Σιντικής Σερρών βρίσκω ότι ίζμπα λέγαν το υπόγειο όπου κρεμούσαν τα σαντάλια του καπνού για να μαλακώσουν -και βέβαια τα “σαντάλια” δεν είναι σανδάλια, πέδιλα, ποδήματα, είναι ένα είδος μάτσο από φύλλα καπνού (μια εικόνα θα με γλιτώσει από τη δύσκολη περιγραφή).
Ούτε τώρα τελειώσαμε. Η σόμπα, ιδίως η ξυλόσομπα, σε πολλά μέρη λέγεται στόφα ή στούφα. Προσοχή, δεν εννοώ τη λέξη στόφα = ύφασμα, αυτή είναι απλώς ομόηχη. Η στόφα = σόμπα, λέξη που εγώ προσωπικά την έμαθα στο στρατό και τα πιο πολλά λεξικά δεν την έχουν, είναι δάνειο από το ιταλ. stufa, που ανάγεται, βέβαια, και αυτό, στο stufare, το *extufare και τελικά τον τύφο. Δεν έχω μελετήσει τη γεωγραφική κατανομή της στόφας, νομίζω όμως ότι ακούγεται σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας (αν θέλετε, επιβεβαιώστε στα σχόλια). Νομίζω μάλιστα ότι από εκεί είναι και ο στούφος, λέξη περίεργη που είχε κάποτε χρησιμοποιήσει ο συνιστολόγος Πάνος Ζέρβας (“μου ήρθε στούφος” ή κάτι τέτοιο) και είχε γίνει και παρεξήγηση επειδή δεν ήξεραν τη λέξη οι συνομιλητές του.
Και μια τελευταία στάση πριν κλείσει ο κύκλος. Από το ιταλ. stufare ή μάλλον από το βενετικό stufar προέκυψε το βενετικό stufado με τη σημασία “φαγητό με κρέας που σιγοβράζει στον ατμό”, και από εκεί, θα το καταλάβατε, το δικό μας στιφάδο. Το οποίο ο Μπαμπινιώτης, για να διατηρήσει το… ετυμολογικό ίνδαλμα του τύφου, μη χαθεί και χάσει η Βενετιά κρεμμύδι, το γράφει “στυφάδο” -και βέβαια όποιος το διαβάζει, όπως στο σχόλιο αριθ. 6 παρακάτω, το ετυμολογεί από το “στυφός”, ότι τάχα το μαγειρεύουν με πολύ ξίδι -ή, πώς η (και καλά) “ετυμολογική ορθογραφία” συσκοτίζει την ετυμολογία της λέξης!
Κατά σατανική σύμπτωση, αντιδάνειο είναι και η άλλη στόφα, που σημαίνει ύφασμα (και μεταφορικά τη χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε στα στοιχεία του χαρακτήρα που συγκροτούν την προσωπικότητα κάποιου, π.χ. “ο τάδε έχει στόφα μεγάλου πολιτικού”). Όμως αυτή την ιστορία θα την κρατήσω για κάποιο άλλο άρθρο, μην κάψω όλα μου τα φουσέκια μονομιάς, έστω και στη στόφα.
Πηγή: tvxs.gr