Ο κόσμος κοίταζε πολύ αλλά αγόρασε ελάχιστα

Τις τελευταίες μέρες, δεν βρίσκει ούτε τρία λεπτά να βγει στο πεζοδρόμιο για τσιγάρο. «Αλλά στην πραγματικότητα, δεν ψωνίζει κανείς», μου λέει στην τρίτη τζούρα. Ο νεαρός είναι πωλητής σε ένα από τα κεντρικότερα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Μια μέρα πριν από την Πρωτοχρονιά, ρουφάει τον καπνό όσο μπορεί πιο γρήγορα. «Το μαγαζί είναι διαρκώς γεμάτο. Αλλοι πελάτες ζητούν βιβλία και τα διαβάζουν επί τόπου, άλλοι φέρνουν και τα παιδιά τους και τριγυρνούν πάνω – κάτω, εμείς τρέχουμε σαν παλαβοί, αλλά το περίεργο είναι πως στο ταμείο ουρά δεν θα δεις ποτέ». Τον ρωτάω σε σχέση με πέρυσι πώς είναι τα πράγματα και ο Δ. δεν το σκέφτεται καν. «Την περασμένη Κυριακή που ήμασταν ανοιχτοί, ούτε τα έξοδά μας δεν βγάλαμε», λέει και πετάει τη γόπα στο πεζοδρόμιο.

Είναι η μαγική εικόνα των καταστημάτων της Αθήνας. Το Σάββατο, αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, η «λευκή νύχτα» στο Σύνταγμα έμοιαζε με διαδήλωση καταναλωτών. Στο «Αττικα», που έκλεισε στις οκτώ το βράδυ, οι πελάτες μαζεύτηκαν έξω από την κεντρική πύλη και χτυπούσαν με τα χέρια τη λαμαρίνα να ξανανοίξει. Στο κεντρικότερο κατάστημα αθλητικών ειδών στο Σύνταγμα, ακόμα και το να μπεις μέσα ήταν κατόρθωμα. Είχε τόσο κόσμο, που ένιωθες όπως στα σοκάκια της Μυκόνου την παλιά εποχή. Αλλά το μόνο μέρος όπου μπορούσες να περπατήσεις άνετα ήταν οι διάδρομοι μπροστά στις ταμειακές μηχανές. Παρατηρώντας τους υπαλλήλους στα ταμεία, έβλεπες ότι την πιο πολλή ώρα δεν έκοβαν αποδείξεις, αλλά έψαχναν στα κομπιούτερ για τα νούμερα και τα σχέδια που δεν υπήρχαν στα ράφια. Βλέπετε, όταν έρχεται η ώρα της πληρωμής, οι πελάτες κάνουν… νούμερα γιατί έχουν τα δικά τους σχέδια. «Αφού σε δέκα μέρες θα έχουν εκπτώσεις, γιατί να τα πάρουμε τώρα;», λέει μια κυρία στην κόρη της που γκρινιάζει ανεβαίνοντας από το υπόγειο με το ασανσέρ. «Να κάνεις υπομονή, να πάρεις παπούτσια τότε». Που θα πει πως οι γιορτές θα μπορούσαν να είναι η ευκαιρία για τη… ρελάνς του μικροκαταστηματάρχη. «Αμα βλέπω κάποιον που θέλει να πάρει κάτι ακριβό, πάω από μόνος μου και του προτείνω έκπτωση, μου εξηγεί ο Ν. που έχει μαγαζί στην οδό Αθηνάς. «Εγώ θα σου δώσω 20% από τώρα», του λέω. Μόνο αυτό το όπλο έχω να πολεμήσω τα μεγάλα καταστήματα. Εδώ τον φροντίζω προσωπικά τον πελάτη».

Ακόμα κι έτσι, για πολλούς από τους εμπόρους των Αθηνών, οι γιορτές μοιάζουν σαν θεατρικό του Μπέκετ: εκείνοι περιμένουν πίσω απ’ το γκισέ, αλλά ο πελάτης δεν έρχεται ποτέ. Στο Κολωνάκι, στο κατάστημα αλυσίδας ειδών ένδυσης, ο υπάλληλος χαίρεται που ακούει το κουδουνάκι της πόρτας. Δύο μέρες πριν από την Πρωτοχρονια, εκείνος κι άλλος ένας νεαρός «κρατούν» τρεις ορόφους, αλλά ακόμα κι έτσι τις περισσότερες ώρες ρεμβάζουν πίσω απ’ την ταμειακή. «Πέρυσι λέγαμε πως μας χτύπησε η κρίση, αλλά σε σχέση με φέτος, μια χαρά ήταν», μου λέει ο νεαρός καθώς τριγυρίζουμε ανάμεσα στις κρεμάστρες με τα άπειρα φούτερ του μαγαζιού. «Τότε ήμασταν τρεις υπάλληλοι και υπήρχε δουλειά για όλους μας». Εφέτος, δυστυχώς γι’ αυτόν και τους υπόλοιπους εργαζομένους στα μαγαζιά, τα στατιστικά της ομοσπονδίας των εμπόρων δίνουν σαφή εικόνα της αγοράς: η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου λέει πως τον τελευταίο χρόνο η μείωση ήταν πάνω από δέκα εκατοστιαίες μονάδες. Και ότι από το 2008 μέχρι τώρα, ο τζίρος των καταστημάτων λιανικής πώλησης μειώθηκε κατά 70%.

Και βέβαια, όπως ξέρουν πια καλά όλοι οι έμποροι της επικράτειας, αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι μόνο ο αριθμός των πελατών τους, αλλά και η αξία των δώρων.

«Πώς να γίνει τζίρος, δηλαδή;», μου λέει ο Μ. που έχει στο μέσον της Ερμού μαγαζί με υποδήματα και άλλα δερμάτινα είδη. «Ερχεται ο άλλος και ρωτάει “τι έχεις με 20 ευρώ;”. Αντί για μπότες και παπούτσια, παίρνουν για δώρο παντόφλες». Τον ρωτάω αν εκείνος ψώνισε ήδη τα δώρα των γιορτών και ο άνδρας χαμογελάει. «Δεν έχετε κι άδικο», λέει. «Και μένα αυτό που μ’ αρέσει είναι να τριγυρίζω στην αγορά. Είναι κάτι χαρούμενο, νιώθω σαν να μην υπάρχει κρίση. Ξεχνιέμαι. Αλλά πολύ σπάνια ξεχνιέμαι τόσο πολύ, που να βάλω και το χέρι στην τσέπη».

Πηγή: kathimerini.gr