
άρθρο της Έλενας Δημ. Κονομόδη
Δικηγόρου – Υπ. Διδάκτωρ Νομικής Σχολής Αθηνών
– Ποιος είναι ο θεσμός αυτός και πού προβλέπεται;
Ο νεόδμητος θεσμός του «Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης», όπως είναι το πλήρες όνομα που του δίνεται από τον κοινό νομοθέτη, εισήχθη για πρώτη φορά στην τοπική μας αυτοδιοίκηση με το άρθρο 77 του πρόσφατου νόμου 3852/2010 (΄΄Πρόγραμμα Καλλικράτης’΄). Δίνοντας μια πρώτη εικόνα, θα μπορούσαμε να τον παρομοιάσουμε με ‘‘έναν τοπικό-δημοτικό Συνήγορο του Πολίτη’’, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο σκοπός, ο ρόλος και οι λειτουργίες του είναι ανάλογα με της ανωτέρω συνταγματικά κατοχυρωμένης Ανεξάρτητης Αρχής, η οποία ως γνωστόν δρα σε εθνικό επίπεδο, καλύπτοντας όλη την ελληνική Επικράτεια. Σε περιφερειακό δε επίπεδο, προβλέπεται από το άρθρο 179 του Καλλικράτη ο αντίστοιχος περιφερειακός ‘Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης’.
– Ποια η δράση του και ποιο πρόσωπο θα μπορούσε να αναλάβει τα καθήκοντα αυτά;
Πρόκειται για ένα πρόσωπο ‘‘εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας’’, το οποίο αναλαμβάνει αρμοδιότητες «κυματοθραύστη», καθώς καλείται να δέχεται και να εξετάζει καταγγελίες που αφορούν στη λειτουργία των δημοτικών αρχών και υπηρεσιών ή σε πιθανά φαινόμενα κακοδιοίκησης, επιπλέον δε υποχρεούται να απαντά εγγράφως ή ηλεκτρονικώς στον θιγόμενο πολίτη εντός τριάντα (30) ημερών. Η κύρια επομένως αρμοδιότητά του είναι η εξωδικαστική επίλυση διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των πολιτών και των δημοτικών υπηρεσιών κατά τις συναλλαγές τους, ενώ παράλληλα έχει την ελευθερία των ανεξάρτητων παρεμβάσεων με προτάσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και τη βέλτιστη άσκηση των εν γένει δικαιωμάτων των δημοτών. Όπως αναφέρει ο νόμος ‘‘ο Συμπαραστάτης υποστηρίζεται διοικητικά από τις υπηρεσίες του δήμου, δέχεται καταγγελίες άμεσα θιγόμενων πολιτών και επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του δήμου, των νομικών του προσώπων και των επιχειρήσεών του και μεσολαβεί προκειμένου να επιλυθούν τα σχετικά προβλήματα, ενώ είναι υποχρεωμένος εντός 30 ημερών να απαντά εγγράφως ή ηλεκτρονικά εντός 30 ημερών στους ενδιαφερόμενους’’. Επιπλέον, στα καθήκοντά του συμπεριλαμβάνεται η σύνταξη ετήσιας έκθεσης, η οποία παρουσιάζεται από τον ίδιο και συζητείται στην ειδική δημόσια συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου για τον απολογισμό της δημοτικής αρχής.
– Πώς εφαρμόζεται και λειτουργεί ο θεσμός αυτός σε άλλα κράτη της Ευρώπης;
Ο θεσμός αυτός, που ίσως να ξενίζει τους συμπολίτες μας στο άκουσμά του και να δημιουργεί προβληματισμούς και καχυποψίες, λειτουργεί ομαλώς εδώ και δεκαετίες σε πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης. Ο ευρωπαίος Συνήγορος εμφανίζεται σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αγγλία (Local Gonvernment Ombudsman), η Ιταλία (Difensori civici regionali), η Ολλανδία ,η Σουηδία, η Βουλγαρία κ.ά. κατ΄εικόνα του Ombudsman, της αρχής που αναλαμβάνει το ρόλο της διαμεσολάβησης εντός της ΕΕ. Η σημαντικότερη διαφορά που διαφαίνεται πως θα έχει ο δικός μας Συμπαραστάτης σε σχέση με τους Ευρωπαίους είναι τα πολλά και σοβαρά προβλήματα κακοδιοίκησης. Είναι δηλαδή δεδομένο πως ο Συμπαραστάτης θα αναλώνεται σε καθημερινές διενέξεις και σφοδρές αντιπαραθέσεις των πολιτών με τη δημοτική διοίκηση, χάνοντας έτσι τον κοινωνικό χαρακτήρα που θα έπρεπε να έχει.
Η ‘‘ευρωπαϊκή’’ φύση του θεσμού αυτού είναι να παρεμβαίνει σε κοινωνικά ζητήματα που προκύπτουν, να προτείνει λύσεις για φαινόμενα όπως η ανεργία, η κακοποίηση των γυναικών και η ενδοοικογενειακή βία σε τοπικό επίπεδο, να παίρνει πρωτοβουλίες και να συντάσσει αντίστοιχες εκθέσεις για τα προβλήματα των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων, όπως οι γυναίκες, τα παιδιά, οι πολύτεκνοι, οι πολίτες της τρίτης ηλικίας, διαμορφώνοντας έτσι ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο της τοπικής αυτοδιοίκησης, μένοντας κοντά στον Δημότη και τα ουσιαστικά προβλήματά του. Δηλαδή, το σύνολο των καθηκόντων του ‘‘Συμπαραστάτη του Δημότη’’ στη χώρα μας είναι σημαντικά μικρότερο και περιορισμένο, ποσοτικά και ποιοτικά, σε σχέση προς τα αντίστοιχα καθήκοντα του ιδίου θεσμού σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες! Αγνοούνται πολλά προβλήματα του Δημότη, σε σχέση με την καθημερινή, επαγγελματική και οικογενειακή ζωή του και αποσκοπείται η προστασία του μόνον σε ότι αφορά τη δημοτική κακοδιοίκηση! Προκύπτει όμως το ανακόλουθο και αντιφατικό να αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τις ενδεχόμενες παρανομίες της δημοτικής αυτοδιοίκησης εκείνος που επιλέγεται, διορίζεται και αμείβεται από την ίδια διοίκηση, που υποτίθεται ότι καλείται να ελέγχει όπως αναλύεται κατωτέρω.
– Πώς ξεκίνησε να λειτουργεί ο θεσμός αυτός στη χώρα μας;
Στη χώρα μας ωστόσο, φαίνεται πως η καινοτομία αυτή δεν έχει αντίστοιχη τύχη με αυτή της υπόλοιπης Ευρώπης. Ο θεσμός από την πρώτη μέρα της εφαρμογής του Καλλικράτη δείχνει δυστυχώς στοιχεία θνησιγένειας. Είναι γεγονός πως σε ελάχιστες πόλεις έχει επιτευχθεί η εκλογή με την απαιτούμενη εκ του νόμου αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο μόνο 3 από τους 13 Συμπαραστάτες του Πολίτη έχουν λάβει τις θέσεις τους για να ξεκινήσουν το έργο τους. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη για ουσιαστική συναίνεση όλων σχεδόν των παρατάξεων μέσω της αυξημένης πλειοψηφίας δεν είναι τυχαία: Δηλώνει τη βούλησή του για επιλογή προσώπου πολιτικά και κοινωνικά ευαισθητοποιημένου, πλην όμως κομματικά ‘αφόρτιστου’, δίνοντας τα εχέγγυα της αμεροληψίας, της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας. Κατά την άποψή μου, η όλη διαδικασία της εκλογής θα έπρεπε να γίνει υπό διατυπώσεις διαφάνειας και μάλιστα με φανερή ψηφοφορία και όχι με μυστική, όπως σήμερα προβλέπεται.
– Η επιπλέον δυσκολία του έργου του.
Οι διοικητικές αρμοδιότητες και ο ρόλος του ως ‘τρίτου’ ως προς το Δήμο αφ΄ενός και τους πολίτες αφ΄ετέρου, δημιουργούν αναμφισβήτητα κάποιες επιπλέον ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του θεσμού αυτού. Το πρώτον, από τη στιγμή που καλείται να επιλύσει διοικητικές διαφορές, είναι λογικά αδύνατον το εκλεγμένο και επιλεγμένο πρόσωπο, δηλαδή ο Συμπαραστάτης του κάθε δήμου, να μην έχει νομικές γνώσεις καθώς και κατάρτιση σε θέματα δημόσιας διοίκησης. Η απλή και γενική εμπειρία δεν αρκεί, καθ΄ότι ο θεσμός αυτός, ιδίως μέσα στο πλαίσιο των νέων, διευρυμένων και ιδιαιτέρως αυξημένων αρμοδιοτήτων ‘‘Καλλικρατικών Δήμων’’ , απαιτεί όχι απλώς στοιχειώδεις, αλλά τουλάχιστον επαρκείς γνώσεις δικαίου προκειμένου να ανταπεξέλθει σε άγνωστα μέχρι τώρα πεδία. Η εικόνα που παρουσιάζει η τοπική αυτοδιοίκηση μετά τον νέο νόμο είναι μάλλον αυτή της σύγχυσης και της αδυναμίας να ανταπεξέλθει στις νέες απαιτήσεις, τόσο σε νομοθετικό όσο και σε διοικητικό επίπεδο. Η καθυστέρηση έκδοσης διευκρινιστικών εγκυκλίων, ιδίως ως προς τα ζητήματα μεταφοράς αρμοδιοτήτων και η έλλειψη ενημερώσεως –και επιμορφώσεως- των υπαλλήλων δίνουν την εντύπωση αδυναμίας εξυπηρέτησης των συμπολιτών μας ακόμα και σε απλά διοικητικά ζητήματα. Ο Συμπαραστάτης επομένως, θα έχει ένα βαρύ και δύσκολο έργο, το οποίο θα πολλαπλασιάζεται όλο και περισσότερο εφόσον αποκτήσει την εμπιστοσύνη του πολίτη. Συνεπώς, υπάρχει και ένας ακόμη λόγος το πρόσωπο που θα λάβει τη θέση αυτή να διαχωρίζεται στη συνείδηση των δημοτών από τη Δημοτική Αρχή, να μην αποτελεί δηλαδή κομμάτι της, αλλά θεσμός ουσιαστικής δράσης υπέρ του θιγόμενου πολίτη, που είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να αποδώσει ευθύνες στη Διοίκηση σε περίπτωση που διαπιστώσει διαδικαστικές και διοικητικές παρατυπίες ή παρανομίες.