
«Κιθαρῳδὸς», του Αισώπου
Κιθαρῳδὸς ἀφυὴς ἐν κεκονιαμένῳ οἴκῳ συνεχῶς ᾄδων, ἀντηχούσης αὐτῷ τῆς φωνῆς, ἐνόμισεν αὑτὸν εὔφωνον σφόδρα εἶναι. Καὶ δὴ ἐπαρθεὶς ἐπὶ τούτῳ ἔγνω δεῖν καὶ εἰς θέατρον εἰσελθεῖν. Ἀφικόμενος δὲ ἐπὶ σκήνην καὶ πάνυ κακῶς ᾄδων λίθοις βαλλόμενος ἐξηλάθη.
«Οὕτως καὶ τῶν ῥητόρων ἔνιοι ἐν σχολαῖς εἶναί τινες δοκοῦντες, ὅταν ἐπὶ τὰς πολιτείας ἀφίκωνται, οὐδενὸς ἄξιοι εὑρίσκονται.»
«Κιθαρωδός» (ελεύθερη μετάφραση)
Κιθαρωδός τραγουδούσε συνέχεια μέσα σε δωμάτιο με καλή ακουστική, από την παραποιημένη ηχώ της φωνής του νόμισε ότι είναι καλλίφωνος. Και κόμπαζε ότι μπορεί άνετα να τραγουδήσει σε θέατρο. Έτσι λοιπόν, χωρίς να χάσει καιρό, πήγε στο θέατρο και ανέβηκε στη σκηνή του μιμούμενος τον Κακοφωνίξ, το κοινό από κάτω μην αντέχοντας τις γαιδουροφωνάρες του τον πήρε με τις πέτρες.
«Ο μύθος μας λέει ότι, κάποιοι βλέποντας τον ίσκιο τους νομίζουν ότι είναι οι ίδιοι.»