Ανθρωπογενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον και τρία πιθανά σενάρια για το μέλλον

Της Όλγας Τάντου…

«Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους! Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος· έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της. Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!…».

Τα λόγια αυτά ειπώθηκαν από τον Νίκο Καζαντζάκη στην Ασκητική του. Και σήμερα, ενενήντα ένα χρόνια αφότου γράφτηκαν για πρώτη φορά, μοιάζουν πιο επίκαιρα από ποτέ…

Ανθρωπογενείς επιπτώσεις

Τα σύγχρονα θέματα της προστασίας του περιβάλλοντος και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής αφορούν σε όλες τις πολυποίκιλες ανθρώπινες δραστηριότητες που προκαλούν ρύπανση στον πλανήτη, ενεργειακή υπερκατανάλωση, περιορισμό των οικοσυστημάτων και μείωση της βιοποικιλότητας, αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου και μεταβολή των κλιματολογικών προτύπων. Η σημερινή εικόνα του περιβάλλοντος είναι προϊόν της διαχρονικής εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας με την αντίστοιχη θεώρηση της φύσης ως πόρου συνεχούς εκμετάλλευσης.

Πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι διατύπωσαν έννοιες σεβασμού προς το περιβάλλον ταυτόχρονα με την επιστημονική αναζήτηση του φυσικού μας κόσμου. Ωστόσο, τα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος ελάχιστα απασχόλησαν τις ευρωπαϊκές χώρες πριν από το 18ο αιώνα. Η προστασία της φύσης φαίνεται να αρχίζει να απασχολεί τους Ευρωπαίους πολίτες από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά, όπως ήταν φυσικό, οι ευρωπαϊκοί και οι παγκόσμιοι πόλεμοι έβαλαν τέλος σε κάθε δραστηριότητα προστασίας της φύσης στην Ευρώπη για δεκαετίες.

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα αρχίσαμε σιγά σιγά να καταλαβαίνουμε το πόσο ευμετάβλητο είναι το περιβάλλον στο οποίο ζούμε και έχουμε αναγνωρίσει μια σειρά από καλές πρακτικές που θα βοηθήσουν στον περιορισμό της ανθρώπινης επίδρασης. Από τη δεκαετία του 1960 ο ΟΗΕ σταδιακά προώθησε με απόλυτη επιτυχία σημαντικό αριθμό παγκόσμιων συνθηκών που αφορούν στην προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, θέματα που έχουν εδραιωθεί πλέον στην ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα.

Η Επιστήμη των Συστημάτων της Γης

Τα τελευταία εξήντα περίπου χρόνια η εξέλιξη των επιστημών και των τεχνολογιών παρατήρησης της Γης έχουν πολλαπλασιάσει το ρυθμό παραγωγής νέας γνώσης για τον πλανήτη. Επιστημονικές θεωρίες δεκαετιών εδραιώθηκαν, όπως αυτή που συσχετίζει την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη με το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα, την οποία πρώτος επεσήμανε ο Svante Arrhenius (1859-1927) το 1896, ενώ έχουν προκύψει νέες θεωρίες και περιοχές συστηματικής έρευνας, όπως αυτή της καταστροφής του στρατοσφαιρικού όζοντος από τους χλωροφθοράνθρακες.

Τη δε τελευταία δεκαπενταετία έχει κερδίσει έδαφος στην επιστημονική κοινότητα η αντίληψη ότι οι βασικές επιστήμες της Γης που ερευνούν την ατμόσφαιρα, τους ωκεανούς, το γήινο φλοιό, τη χλωρίδα και την πανίδα –δηλαδή η Μετεωρολογία, η Ωκεανογραφία, η Γεωλογία, η Γεωργία και η Βιολογία– δεν μπορούν να ερμηνεύσουν από μόνες τους όλα όσα συμβαίνουν στο φυσικό μας κόσμο, αλλά, αντίθετα, συνδέονται στενά μεταξύ τους. Η αντίληψη αυτή υποστηρίζεται και από τις ραγδαίες εξελίξεις στη δυνατότητα συστηματικής επιστημονικής παρατήρησης των φυσικών φαινομένων με τη βοήθεια της δορυφορικής τεχνολογίας και της Πληροφορικής, που μας επέτρεψαν να «μοντελοποιήσουμε» τον πλανήτη μας σε διαφορετικές κλίμακες.

Η σύνθεση αυτή των επιστημών της Γης κάτω από μια ενιαία επιστημονική προσέγγιση ονομάζεται Επιστήμη των Συστημάτων της Γης (EarthSystemsScience) και εστιάζει στη λειτουργία ολόκληρου του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της ατμόσφαιρας, της υδρόσφαιρας, της βιόσφαιρας και της γεώσφαιρας. Η επιστήμη των γήινων συστημάτων διερευνά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών των διαφορετικών σφαιρών αλλά και το πώς αυτές επηρεάζουν τη λειτουργία του γήινου κλιματολογικού συστήματος. Εάν κατορθώσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα το κλιματικό σύστημα, θα μπορούμε να πραγματοποιούμε επιτυχέστερες προβλέψεις για τις μελλοντικές αλλαγές του, κάτι που θα μας βοηθήσει να αποφασίσουμε τον τρόπο με τον οποίο είναι ανάγκη να αλλάξουμε την προσωπική μας θεώρηση της φύσης αλλά και να σχεδιάσουμε καλύτερα την ανάπτυξη, λαμβάνοντας υπόψη και τους πιθανούς τρόπους αντιμετώπισης των κλιματικών αλλαγών που έρχονται.

Τρία σενάρια για το άμεσο μέλλον

Ο όρος «άμεσο μέλλον» όταν χρησιμοποιείται από την Επιστήμη διαφέρει απ’ ό,τι στην καθημερινή μας ζωή. Ως άμεσο μέλλον, λοιπόν, σύμφωνα με τους αστρονόμους και τους φυσικούς, εκλαμβάνονται τα επόμενα εκατό χρόνια. Ο αστρονόμος του Ευγενιδείου Πλανηταρίου, Δρ. Αλέξης Δεληβοριάς, μας περιγράφει τα τρία επικρατέστερα σενάρια για το τι μέλλει γενέσθαι εντός της επόμενης εκατονταετίας στον πλανήτη μας:

«1. Η περαιτέρω αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) θα έχει μικρό αντίκτυπο στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη, καθώς άλλοι παράγοντες θα επικρατήσουν, που θα μειώνουν την εισερχόμενη ηλιακή ακτινοβολία στην επιφάνεια της Γης (π.χ., αύξηση χαμηλών νεφών που ανακλούν την ακτινοβολία του Ήλιου και ψυχραίνουν την επιφάνεια της Γης).

»2. Η αύξηση του CO2 θα αυξήσει σημαντικά τη θερμοκρασία του πλανήτη μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως, για παράδειγμα, πολλά ακραία καιρικά φαινόμενα, επιτάχυνση της ερημοποίησης και ταχύτερη άνοδος της στάθμης της θάλασσας αλλά και εξαφάνιση της βιοποικιλότητας με ταχείς ρυθμούς.

»3. Σε συνδυασμό με άλλες ανθρωπογενείς επιπτώσεις, όπως η μείωση της άμυνας της ασπίδας του όζοντος, η αύξηση του CO2 θα προκαλέσει ένα ανεξέλεγκτο φαινόμενο του θερμοκηπίου, αντίστοιχο με αυτό της Αφροδίτης».

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, ενώ προ δισεκατομμυρίων χρόνων η Αφροδίτη έμοιαζε με τη Γη, σήμερα, λόγω του ανεξέλικτου και αυτοτροφοδοτούμενου φαινομένου του θερμοκηπίου που επικράτησε στο μεσοδιάστημα, το περιβάλλον της θυμίζει περισσότερο την… κόλαση του Δάντη.

Όσον αφορά στο ποιο είναι το επικρατέστερο από τα προαναφερόμενα σενάρια, οι περισσότεροι επιστήμονες συνηγορούν υπέρ του δεύτερου, αν και ταυτόχρονα παραδέχονται πως το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο, αφού η γνώση μας γύρω από το κλιματικό σύστημα δεν είναι πλήρης ακόμη.

Όπως μας αναφέρει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιώσιμης και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΒΑΑ), κ. Βασίλης Κωστόπουλος, «δεν έχει τόσο σημασία το τι θα γίνει σε εκατό χρόνια, όταν ξέρουμε τι γίνεται σήμερα και δεν κάνουμε προσπάθειες για να σβήσουμε τα κλιματολογικά ηφαίστεια που εμείς προσθέσαμε στο κλιματολογικό σύστημα με το να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας απέναντι στο φυσικό ή αστικό οικοσύστημα που ζούμε ή που ανήκουμε. Η παρέμβασή μας δεν μπορεί να αλλάξει τον κλιματολογικό κύκλο εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων ετών που πάντα θα τον συνοδεύουν περίοδοι με παγετώνες και εξαφάνιση οικοσυστημάτων. Όμως τον μεταβάλλει και τον οδηγεί έξω από τα όρια που έχουμε ζήσει ως ανθρωπότητα έως σήμερα. Με άλλα λόγια, κάνουμε τη Γη μας αφιλόξενη για εμάς τους ίδιους».

Πηγή: Περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ