Τo τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου

Ναύπλιο 20 Μαρτίου 2014

Του Δικηγόρου Γιώργου Ι. Γαρδικιώτη

Κάθε πρόσωπο το οποίο κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι της νόμιμης απόδειξης της ενοχής του. (άρθ. 6 παρ.2 ΕΣΔΑ).

Με αφορμή δημοσιεύσεις που γίνονται τις τελευταίες ημέρες στον ηλεκτρονικό τύπο της περιφέρειάς μας για υποθέσεις που βρίσκονται στο στάδιο της ανάκρισης, θεωρώ σκόπιμο να γίνει υπενθύμιση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου και να τονιστούν ορισμένες βασικές αρχές της ανακριτικής διαδικασίας.

Ι. ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ

Το τεκμήριο αθωότητας καθιερώθηκε για πρώτη φορά μετά τη Γαλλική Επανάσταση στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 στο άρθρο 9. Σήμερα κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Το τεκμήριο αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η Πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. Η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).

Με την κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το άρθρο 6 παρ. 2 αυτής, απέκτησε αυξημένη τυπική ισχύ βάσει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης, με αυξημένη τυπική ισχύ, πράγμα που σημαίνει ότι κατισχύει κάθε άλλης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας με αντίθετο περιεχόμενο και δεν είναι δυνατή η κατάργησή του με νόμο.

Το τεκμήριο της αθωότητας, είναι ένας κανόνας που ισχύει σε κάθε δημοκρατικό πολίτευμα και, κατά τον οποίο, ουδείς επιτρέπεται να θεωρείται ένοχος, εάν δεν αποφανθεί σε αμετάκλητο βαθμό το αρμόδιο δικαστήριο. Ο κανόνας πρέπει να είναι σεβαστός από όλους: από τις δημόσιες αρχές, από τα πολιτικά πρόσωπα, από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και από τους πολίτες. Από την άλλη, υπάρχει η ελευθερία της έκφρασης που επικαλούνται όσοι θέλουν να σχολιάσουν μια νομική υπόθεση που μπορεί να παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον. Η ελευθερία της έκφρασης έχει ένα ευρύτατο περιεχόμενο και σαφώς περιλαμβάνει τόσο την ενημέρωση για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος, όσο και τον σχολιασμό τους. Δεν κατισχύει όμως του τεκμηρίου της αθωότητας: η ενημέρωση και ο σχολιασμός μπορεί να γίνει και χωρίς ανεπιφύλακτες κρίσεις περί ενοχής ή αθωότητας του ατόμου που έχει εμπλακεί στην υπόθεση.

Ειδικότερα, ο  σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας αφορά τα μέσα ενημέρωσης ως δεοντολογικός κανόνας, ο οποίος θεσπίζεται σε κάθε κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Επιπλέον, όμως είναι κι ένας νομικά δεσμευτικός κανόνας, αφού εάν ο δημοσιογράφος, εν γνώσει του ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει κριθεί αμετάκλητα ένοχος, παίρνει θέση ανεπιφύλακτα περί ενοχής, τότε υπάρχει προσβολή προσωπικότητας.

Τονίζεται δε ότι όχι μόνο από τη διατύπωση, αλλά και από την ουσία του τεκμηρίου συνάγεται, ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί κατά βάση μόνο η ενοχή του κατηγορουμένου, στο μέτρο που η αθωότητά του τεκμαίρεται μέχρις αποδείξεως του εναντίο γι’ αυτό ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την αθωότητά του. Το ότι ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να αποδείξει την αθωότητά του, καθόλου δεν δίνει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να τον καταδικάσει. Δεν χρειάζεται να την αποδείξει, αφού τεκμαίρεται! Από αυτό βέβαια δεν συνάγεται ότι το τεκμήριο αθωότητας  είναι κανόνας περί του βάρους της απόδειξης (επιβολή στον κατήγορο και απαλλαγή του κατηγορουμένου), διότι στην ποινική δίκη (αντίθετα με την πολιτική) δεν τίθεται θέμα βάρους απόδειξης. Αντίθετα, περιεχόμενο απόδειξης από την κατηγορούσα αρχή είναι η ενοχή του κατηγορουμένου.

ΙΙ.-  Η ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ.

Σύμφωνα με το άρθρο 241 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η ανάκριση όπως και η προανάκριση στην οποία ισχύουν όλες οι ανακριτικές αρχές, γίνεται πάντοτε χωρίς δημοσιότητα δηλαδή χωρίς την παρουσία οποιωνδήποτε πολιτών κατά τη διενέργεια των ειδικότερων ανακριτικών πράξεων και άρα χωρίς τη ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ των πράξεων αυτών.

Η αρχή της μυστικότητας της ανάκρισης επιβάλλεται αφενός μεν γιατί είναι αναγκαία για τη διαλεύκανση των εγκλημάτων, αφετέρου όμως και για την αποτροπή της άσκοπης- και γι΄ αυτό απαράδεκτης – ηθικής μείωσης του κατηγορουμένου. Επειδή, όμως η αρχή της μυστικότητας δεν αποβλέπει μόνο στη διαφύλαξη του ατομικού συμφέροντος, αλλά εξασφαλίζει, μέσω της αποτελεσματικότητας της ανάκρισης, και το δημόσιο συμφέρον, η τήρησή της είναι ανεξάρτητη από την τυχόν συναίνεση του κατηγορουμένου για την κατάλυσή της. Γι’ αυτό είναι ηθικά απαράδεκτο και νομικά ανεπίτρεπτο να λαμβάνουν χώρα «διαρροές» στον τύπο ή οπουδήποτε αλλού, του περιεχομένου εγγράφων, εκθέσεων ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης, πραγματογνωμοσύνης κλπ από διαδίκους, δικηγόρους, πραγματογνώμονες, δικαστικούς υπαλλήλους ή ακόμη και από τους ίδιους τους δικαστικούς λειτουργούς.

Η αρχή της μυστικότητας της ποινικής προδικασίας προστατεύει τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν πρέπει με κανένα τρόπο να διασύρεται με σχόλια που ενδεχομένως οδηγούν σε παραπληροφόρηση της κοινής γνώμης σχετικά με αυτόν, σε ένα στάδιο που ακόμα δεν έχει αποδειχθεί η σε βάρος του κατηγορία και συνεπώς μπορεί μεταγενέστερα να αθωωθεί.

Τυχόν παραβίαση της αρχής μυστικότητας επιφέρει προσβολή προσωπικότητας του κατηγορουμένου και παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, υποβάθμιση της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας με την αντίστοιχη έξαρση του ενδιαφέροντος προς δευτερεύοντα περιστατικά και τέλος υπονόμευση του κύρους και της ανεξαρτησίας των λειτουργών της ποινικής δικαιοσύνης κατά την εκτέλεση της αποστολής τους.

[1] βλ. Συμ. ΑΠ. 1921/ 2001 ΠοινΔικ 2002 σελ. 445, ΑΠ. 1217/ 2002 ΠοινΔικ 2002 σελ. 1341, ΑΠ. 1241/ 2000 ΠοινΔικ 2001 σελ. 206, Συμ. ΑΠ. 1018/ 2000 ΠοινΔικ 2000 σελ. 1204

[1] βλ ΑΠ 2464/ 2005 Πραξ Λογ ΠΔ 2006 σελ. 46.