Του Παν. Βέμμου
Το δημοκρατικό αίτημα για αιρετή αυτοδιοίκηση 2ου και 3ου βαθμού ήταν ζητούμενο για χρόνια. Η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε την θεσμική εναρμόνισή της και σε περιφερειακό επίπεδο. Βέβαια, το πιο σημαντικό για τους κυρίαρχους κύκλους σε Ε.Ε. και Ελλάδα ήταν και είναι πως θα μπορούν να ελέγχουν τον ελληνικό λαό στις οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις τους μέσα και από τους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με επί πλέον στοιχείο την εξυπηρέτηση των κομματικών επιδιώξεων του πάλαι ποτέ κραταιού δικομματισμού έγιναν μια σειρά «μεταρρυθμίσεις» για να καταλήξουμε στη σημερινή κατάσταση γνωστή ως σχέδιο «Καλλικράτης». Έκτοτε πέρασε αρκετός χρόνος ικανός για να κρίνουμε πολιτικές και αν αυτές ανταποκρίθηκαν στο διαχρονικό αίτημα για δημοκρατική αποκέντρωση και πρόοδο.
Οι δήμοι όπως διαμορφώθηκαν χωροταξικά δεν είναι ούτε αυτοδιοίκηση, ούτε τοπικοί. Απουσιάζει η άμεση δημοκρατία, βασικό χαρακτηριστικό της αυτοδιοίκησης. Επιλέχθηκε ένα διοικητικό σύστημα που αποδυναμώνει τις τοπικές κοινότητες και την άμεση πρόσβαση του πολίτη στις δημοτικές υπηρεσίες. Αστικοί, ημιαστικοί και αγροτικοί οικισμοί βρίσκονται στον ίδιο δήμο με διαφορετικές παραγωγικές κατευθύνσεις που αδυνατεί να κατευθύνει και συντονίσει ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο που επικεντρώνονται κυρίως στην έδρα του δήμου.
Τον έλεγχο από την κεντρική διοίκηση , την αναπαραγωγή των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων και την αποφυγή της ανανέωσης εξυπηρετεί το εκλογικό σύστημα που όχι τυχαία επιλέχτηκε.
Στις περιφέρειες, όπως αυτές διαμορφώθηκαν χωροταξικά, περισσότερο υπερίσχυσαν τα κριτήρια κομματικού έλεγχου και λιγότερο τα γεωγραφικά, κοινωνικά και οικονομικά. Η Πελοπόννησος μια ενιαία γεωγραφικά, πολιτιστικά και οικονομικά περιοχή για χιλιάδες χρόνια βρέθηκε κατατετμημένη σε τρεις περιφέρειες. Έτσι, δημιουργούνται πρόσθετες δυσκολίες για πρόοδο σε μια από τις φτωχότερες περιφέρειες της Ευρώπης.
Στους Δήμους και τις περιφέρειες θεσμοθετήθηκαν αρκετές αρμοδιότητες πολλές απ’ αυτές συμβουλευτικές. Όμως διατέθηκαν ελάχιστοι θεσμοθετημένοι πόροι ώστε να είναι υποχείριοι με έκτακτες επιχορηγήσεις της κεντρικής κυβέρνησης. Οι μειώσεις και λόγω της κρίσης των κρατικών επιχορηγήσεων στερούν τη δυνατότητα εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου προγράμματος ανασυγκρότησης της περιοχής τους ακόμα και αν είχαν αυτή την επιδίωξη. Απομένουν για οικονομική ενίσχυση τα κοινοτικά ταμεία, αυτά όμως κατευθύνουν τη δράση δήμων και περιφερειών στις επιδιώξεις των κυρίαρχων κύκλων της Ε.Ε. που βρίσκονται σε αντίθεση με τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και της χώρας. Να θυμίσουμε την κατεύθυνση των «ώριμων μελετών» που απορρόφησαν μεγάλο μέρος των πόρων των δήμων και οι περισσότερες απ’ αυτές κρίθηκαν «ανώριμες» αφού δεν ανταποκρίνονται στον «ευρωπαϊκό» καταμερισμό εργασίας. Έτσι, προωθούνται μαρίνες αλλά όχι εμπορικά και επιβατικά λιμάνια, προτιμώνται έργα αναπλάσεων αλλά όχι αυτά των υποδομών, των εγγειoβελτιωτικών έργων και των αρδεύσεων που δημιουργούν προϋποθέσεις ανάπτυξης. Να σημειώσουμε ότι τα χρήματα των ταμείων προέρχονται και από την δική μας φορολογία, παρουσιάζονται δε ως «ευρωπαϊκά» κονδύλια εξωραΐζοντας έτσι τους θεσμούς και την πολιτική της Ε.Ε. ότι δήθεν βοηθούν τους αδύνατους.
Ένα ακόμη στοιχείο αυτών των κοινοτικών επιδιώξεων αποτελούν τα ΣΔΙΤ (Σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα) όπου το δημόσιο βάζει το κύριο μέρος των χρημάτων (κρατικά ή κοινοτικά) και ο ιδιώτης εκτελεί και διαχειρίζεται τα έργα και κερδίζει. Σ’ αυτή την κατεύθυνση πλέον οδηγούν τους δήμους και τις περιφέρειες να περιορίζουν ή ακόμα και να καταργούν υπηρεσίες τους και να τις μεταβιβάζουν σε ιδιώτες. Ήδη αυτό γίνεται σε μεγάλο βαθμό στα σκουπίδια, με ολέθριες συνέπειες και προγραμματίζεται για τα νερά (ύδρευση και άρδευση).
Αυτή η πολιτική διεύρυνε το χάσμα ανάμεσα στις φτωχές και πλούσιες περιοχές και κοινωνικές ομάδες όπως όλοι παραδέχονται. Οι «μεταρρυθμίσεις» που έγιναν κρίνοντας από το αποτέλεσμα κινούνται στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας υποτελούς φτωχής χώρας στην περιφέρεια της Ευρώπης. Αυτή την πολιτική πρωτίστως οφείλουμε να καταδικάσουμε στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές. Ταυτόχρονα να απαιτηθεί κατάργηση του σχεδίου «Καλλικράτης» και να υπάρξει τοπική αυτοδιοίκηση με συμμετοχή και έλεγχο του λαού. Γι’ αυτή την κατεύθυνση σε άλλες ακόμα πιο δύσκολες εποχές (τουρκοκρατία, επανάσταση, κατοχή) υπάρχει ιστορική εμπειρία.
Αυτή την προοπτική οφείλουν οι δυνάμεις της εθνικής ανεξαρτησίας της δημοκρατίας και της κοινωνικής προκοπής να προωθήσουν μέσα από διάλογο και κοινή δράση. Το πρόγραμμα ανασυγκρότησης της χώρας πρέπει να έχει ειδικό κεφάλαιο για την αυτοδιοίκηση δηλαδή για την δημοκρατική αποκέντρωση της χώρας.