Σε απόλυτη ηρεμία το ηφαίστειο της Σαντορίνης

«Οταν με ρωτούν για το ηφαίστειο της Σαντορίνης, συνήθως λέω ότι όντως μια έκρηξη όπως αυτή που έγινε στη Μινωική Εποχή θα κατέστρεφε και πάλι όλο το Αιγαίο. Ομως, για να συσσωρευθεί τόση ενέργεια, χρειάζεται να περάσουν 15.000 χρόνια. Οπότε δεν χρειάζεται να ανησυχούμε, τουλάχιστον… για τα επόμενα 10.000 χρόνια». Οπως εξηγεί ο κ. Γιώργος Βουγιουκαλάκης, ηφαιστειολόγος στο ΙΓΜΕ, το διασημότερο ελληνικό ηφαίστειο, που χάρισε στο νησί το απαράμιλλης ομορφιάς τοπίο του, έχει επιστρέψει στην ηρεμία, μετά την «έξαρση» του 2011 και 2012. Μια έξαρση που είχε τελικά θετικές συνέπειες, αφού έγινε η αφορμή να εξοπλιστεί το νησί με τον πλέον σύγχρονο μηχανισμό παρακολούθησης ηφαιστειακής δραστηριότητας.
Τις επόμενες ημέρες κλιμάκιο του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών θα βρεθεί και πάλι στη Σαντορίνη, για να πραγματοποιήσει τις τακτικές δειγματοληψίες στο νησάκι της Νέας Καμμένης. «Παίρνουμε δείγματα αερίων και ρευστών από τις ατμίδες, τα σημεία όπου βγαίνει ατμός, δύο φορές τον χρόνο» λέει ο κ. Βουγιουκαλάκης. «Παράλληλα, χάρη στον εξοπλισμό που έχει εγκατασταθεί, παρακολουθούμε όλο τον χρόνο διάφορες άλλες παραμέτρους, όπως τη σεισμικότητα, την παραμόρφωση του εδάφους και άλλες παραμέτρους».
Η εικόνα που έχουν οι επιστήμονες είναι ότι το ηφαίστειο έχει ηρεμήσει και πάλι. «Το 2011 ξεκίνησε μια έντονη δραστηριότητα. Μέχρι το τέλος του 2012 ήμασταν σε εγρήγορση. Στη συνέχεια, άρχισε να φαίνεται ότι επιστρέφουμε σταδιακά στην προηγούμενη κατάσταση. Πλέον η σεισμικότητα έχει επανέλθει στα φυσιολογικά επίπεδα, οι φυσικο-χημικές παράμετροι είναι φυσιολογικές, ενώ η παραμόρφωση του εδάφους στο ηφαίστειο σταμάτησε».
Από τη δεκαετία του ’90
Το ηφαίστειο του μαγευτικού αιγαιοπελαγίτικου νησιού έχει την τύχη να είναι ένα από τα πιο μελετημένα και παρακολουθούμενα από τους επιστήμονες στον κόσμο. Οπως εξηγεί ο κ. Βουγιουκαλάκης, η συστηματική παρακολούθησή του ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέσω ενός ευρωπαϊκού προγράμματος, στο πλαίσιο του οποίου «στήθηκε» στο νησί ένα σύγχρονο δίκτυο παρακολούθησης. Οταν το πρόγραμμα τελείωσε, η επιστημονική κοινότητα (Πανεπιστήμια Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάτρας, το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο κ.ά.), με τη βοήθεια του Δήμου Θήρας, φορέων και ιδιωτών χορηγών, ίδρυσαν το Ινστιτούτο Μελέτης και Παρακολούθησης του Ηφαιστείου της Σαντορίνης, προκειμένου να μη χαθεί όλη η δουλειά που είχε προηγηθεί. Οταν το 2011 ξεκίνησε η ηφαιστειακή δραστηριότητα, το Ινστιτούτο έτυχε της άμεσης στήριξης της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. «Εχουμε εξαιρετική συνεργασία με κρατικούς ερευνητικούς φορείς και πανεπιστήμια, κυρίως από τη Βρετανία και την Ιταλία. Χάρη στη βοήθειά τους, αναβαθμίσαμε το δίκτυο και αποκτήσαμε τα πιο σύγχρονα μηχανήματα, λ.χ. μικροαναλυτές αερίων, υπέρυθρες κάμερες. Παράλληλα δόθηκε η ευκαιρία να γίνει από την αρχή ο σχεδιασμός για την εκτίμηση του σεισμικού κινδύνου και τα σχέδια διαχείρισης του νησιού σε περίπτωση προβλήματος (ο περίφημος “Ξενοκράτης”)».
Τελικά, πόσο επικίνδυνο είναι το ηφαίστειο της Σαντορίνης; «Το πρόβλημα με τα δικά μας ηφαίστεια είναι ότι “κοιμούνται” πολύ και δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ακρίβεια πότε θα ξυπνήσουν, τι θα γίνει μετά από 10-20 χρόνια. Ξέρουμε, όμως, ότι ακόμα κι αν το 2011 είχαμε έκρηξη στο ηφαίστειο της Σαντορίνης, θα ήταν μια απόλυτα διαχειρίσιμη κατάσταση, ανάλογη με την έκρηξη του 1925-1926. Τα ηφαίστεια προειδοποιούν πάντα, επιπλέον μπορούμε να εκτιμήσουμε τι προβλήματα θα είχαμε. Αν το ηφαίστειο παρακολουθείται συστηματικά και η Πολιτεία είναι οργανωμένη, ακόμα και μια έκρηξη του ηφαιστείου θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν… τουριστικός μαγνήτης για το νησί. Για τέτοιου επιπέδου κατάσταση μιλάμε, ας μην κινδυνολογούμε».
Ο κ. Βουγιουκαλάκης θεωρεί ότι η «έξαρση» του ηφαιστείου στη Σαντορίνη, το 2011-2012, δίνει αφορμή να ανοίξει η συζήτηση για δύο θέματα. «Πρώτον, όσον αφορά στη Σαντορίνη, πρέπει να ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα για την ανάσχεση της οικιστικής ανάπτυξης –όχι τόσο εξαιτίας του ηφαιστείου, αλλά για την προστασία του τοπίου. Πρέπει, επίσης, να εκπαιδευτεί ο κόσμος στο νησί, ώστε να μη φοβάται το ηφαίστειο, να καταλάβει ότι είναι κάτι διαχειρίσιμο. Το να επιβάλλουμε τη σιωπή με τον φόβο ότι θα βλάψουμε τον τουρισμό είναι λάθος, ο τουρισμός όχι μόνο δεν βλάπτεται αλλά το αντίθετο. Δεύτερον, θα πρέπει κάποια στιγμή η επιστημονική κοινότητα να ασχοληθεί με τα άλλα δύο ελληνικά ηφαίστεια, της Μήλου και της Νισύρου. Εχουν πολύ χαμηλότερες πιθανότητες ενεργοποίησης, αλλά στην πραγματικότητα δεν παρακολουθούνται».

Πηγή: kathimerini.gr