Η… παγκοσμιοποίηση του «ντοπαρίσματος»

Σε… επιδημία παγκόσμιας κλίμακας, και ειδικά στον δυτικό κόσμο, τείνει να εξελιχθεί το «ντοπάρισμα» ανώτερων και ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων που καταφεύγουν στη φαρμακευτική ενίσχυση, με σκοπό την καλύτερη απόδοση, λαμβάνοντας ισχυρά σκευάσματα που κανονικά συνταγογραφούνται για διαταραχές ελλειμματικής προσοχής και άλλες παθήσεις. 

Στελέχη τραπεζικού κλάδου, οικονομολόγοι, δικηγόροι, ιατροί, αλλά ακόμα και φοιτητές αποτελούν ένα τάργκετ γκρουπ ντόπινγκ αδιανόητο μέχρι πριν από μια – δυο δεκαετίες. Οι τελευταίες έρευνες και ανακοινώσεις είναι εξόχως ανησυχητικές! 

Ειδικά ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός εργαζομένων στον οικονομικό τομέα, όπως π.χ. υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών, παίρνουν συστηματικά φάρμακα που κανονικά χορηγούνται σε άτομα με σοβαρές διαταραχές (υπερκινητικότητας κ.ά.). Στόχος; Να παραμείνουν στην πρώτη γραμμή του παιχνιδιού, δουλεύοντας επί ώρες με διέγερση κι εγκεφαλική διαύγεια, μια πρακτική που είναι πλέον γνωστή διεθνώς ως brain doping.

Ο λόγος για τον οποίο απολύτως υγιή και συνήθως καλά αμειβόμενα άτομα καταφεύγουν σε δυνατά ψυχοδιεγερτικά φάρμακα είναι η επιδίωξή τους να βελτιώσουν τη συγκέντρωση και τις επιδόσεις τους με σκοπό να ξεπεράσουν τους συναδέλφους τους στο πλαίσιο του σκληρού ανταγωνισμού ή απλώς και μόνο γιατί δεν έχουν άλλο τρόπο να τα βγάλουν πέρα με τις εξοντωτικές υποχρεώσεις τους.

Κίνδυνοι

Τα brain enhancing drugs, δηλαδή τα φάρμακα που δρουν σαν ενισχυτικά του εγκεφάλου, των οποίων συστηματικοί χρήστες γίνονται τα τελευταία χρόνια και φοιτητές πανεπιστημίων για να αντεπεξέρχονται στις εξετάσεις, κρύβουν πολλούς και άμεσους κινδύνους. 

Στις παρενέργειες τέτοιων σκευασμάτων συμπεριλαμβάνεται πληθώρα καταστάσεων, από τη σύγχυση, τον εθισμό, τις νευρολογικής φύσεως διαταραχές, μέχρι την υπερβολική και μη ρεαλιστική αυτοπεποίθηση σχετικά με τις ικανότητες του ατόμου. Κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο όταν έχουμε να κάνουμε με ένα τραπεζικό στέλεχος που «τζογάρει» με μεγάλα πακέτα μετοχών ή ακόμη χειρότερα με κάποιον που εργάζεται στον χώρο της υγείας, αλλά και για έναν δικηγόρο που δίνει μάχη υπεράσπισης κάποιου αθώου κατηγορούμενου. 

Eξαπλώνεται

Λονδρέζοι ψυχίατροι, των οποίων το πελατολόγιο περιλαμβάνει και πολλούς ασθενείς στελέχη του «Σίτι», κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ένας εξ αυτών, ο δρ Τζορτζ Φίλντμαν, εκτιμά ότι «ο ανταγωνισμός και οι μόνιμες απαιτήσεις για διαρκώς υψηλότερη παραγωγικότητα και μπόνους λειτουργούν τόσο πιεστικά, ώστε ουσιαστικά ωθούν τα άτομα στο brain doping, προκειμένου να αντεπεξέλθουν».

Αν, μάλιστα, ένας εργαζόμενος, σύμφωνα με όσα δήλωσαν πρόσφατα οι Βρετανοί επιστήμονες, επιτυγχάνει υψηλότερη απόδοση και καλύτερα αποτελέσματα ντοπάροντας το μυαλό του, οι υπόλοιποι συνάδελφοι νιώθουν στη συνέχεια την πίεση να κάνουν το ίδιο, ειδικά όταν η διοίκηση δεν αποθαρρύνει ενεργά τέτοιες επικίνδυνες για την υγεία πρακτικές. Με συνέπεια το πρόβλημα να εξαπλώνεται και να διογκώνεται.

Το brain doping, σε χώρους εργασίας κι όχι μόνο, ανησυχεί πολύ και τους Γερμανούς, με το υπουργείο Παιδείας της χώρας να χρηματοδοτεί ένα καινούργιο ακαδημαϊκό πρότζεκτ πάνω στη μελέτη του θέματος.

Στη Σουηδία, εξάλλου, το brain doping έχει πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις, ώστε τώρα ασχολείται η ίδια η κυβέρνηση μέσω του SMER, του Σουηδικού Εθνικού Συμβουλίου για την Ιατρική Δεοντολογία. 

Σύμφωνα με το SMER, υπάρχει, εκτός όλων των άλλων, και ο σημαντικός κίνδυνος η πρακτική του brain doping να οδηγήσει σε συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού στο περιβάλλον εργασίας. Το θέμα παλαιότερα είχε θιγεί και στις ΗΠΑ, όταν τέθηκε το ζήτημα αθέμιτου ανταγωνισμού στα πανεπιστήμια κατά τις εξετάσεις των φοιτητών. Μάλιστα, είχε γίνει πρόταση ακόμα και για ντόπινγκ κοντρόλ κατά τα αθλητικά πρότυπα, προκειμένου να συλλαμβάνονται όσοι κάνουν χρήση παράνομων και μη εγκεκριμένων μεθόδων. 

Σύμφωνα με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μάιντς στη Γερμανία Περικλή Σιμόν, γιατρού, καθηγητή της αθλητιατρικής και ειδικού για το ντόπινγκ, το πρόβλημα έχει μεγαλύτερες διαστάσεις από ό,τι φαντάζεται κανείς. Συγκεκριμένα, αν και οι ακριβείς αριθμοί σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δύσκολο να εξακριβωθούν, η κατάχρηση συνταγογραφούμενων φαρμάκων στις βιομηχανικές δυτικές χώρες είναι πλέον πιο διαδεδομένη από τον αλκοολισμό ή τη χρήση παράνομων ναρκωτικών, με την εξαίρεση του χασίς.

Ο συγκεκριμένος ειδικός μαζί με μια ομάδα άλλων Γερμανών επιστημόνων εμφάνισαν πρόσφατα πρωτοφανή και εξόχως ανησυχητικά στατιστικά για την έκταση του προβλήματος του brain doping στους χειρουργούς. Σε άρθρο τους, στην επιστημονική επιθεώρηση «BMC Medicine», αποκάλυψαν ότι το 9% των χειρουργών κάνει χρήση των λεγόμενων «έξυπνων φαρμάκων τελευταίας γενιάς», που βοηθούν στην ενίσχυση των γνωστικών λειτουργιών. 

Σύμφωνα, εξάλλου, με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση «Pharmacotherapy», οι φοιτητές διατηρούν τα μεγαλύτερα ποσοστά στο brain doping, με το 20% εξ αυτών να ντοπάρεται εγκεφαλικά. Αξιοπρόσεκτη είναι και η κατάσταση στους αθλητές, όπου το 15% καταφεύγει στο brain doping, συγκριτικά με το 13% που παίρνει ουσίες σωματικού ντόπινγκ απλά για μυϊκή μάζα.

Η αύξηση, μάλιστα, για τους φοιτητές είναι σημαντική, αφού στην έκθεση «Ανθρώπινη βελτίωση και το μέλλον της εργασίας» που συνέταξαν από κοινού επιστήμονες της Βασιλικής Ακαδημίας Ιατρικών Επιστημών, της Βασιλικής Εταιρείας Επιστημών και της Βρετανικής Ακαδημίας και της Βασιλικής Ακαδημίας Μηχανικών το 2012, τα ποσοστά ήταν σαφώς μικρότερα από αυτά που ανακοινώθηκαν το 2015.

Προ τριετίας η καθηγήτρια Κλινικής Νευροψυχολογίας Μπάρμπαρα Σαχακιάν του Πανεπιστημίου Κέμπριτζ ανακοίνωνε ότι «το 16% των φοιτητών στις ΗΠΑ και το 10% στη Μ. Βρετανία παραδέχεται χρήση τέτοιων σκευασμάτων για καλύτερα ακαδημαϊκά αποτελέσματα». Ένα ποσοστό που σήμερα βρίσκεται ήδη στο 20%. 

Το ντόπινγκ δεν αποτελεί μάστιγα μόνο στον πρωταθλητισμό των σπορ, αλλά σύμφωνα με τα νέα δεδομένα και τα ανησυχητικά καινούργια επιστημονικά ευρήματα η μάστιγα έχει περάσει πλέον και στον «εργασιακό πρωταθλητισμό υψηλών επιδόσεων». 

Πηγή: topontiki.gr