
Τήνελλα, Καλλίνικε! Ο Αριστοφάνης αναδείχθηκε νικητής, κόντρα σε Eurogroup, Συνόδους Κορυφής και πακέτα μέτρων.
Ο λόγος του Δικαιοπόλιδος στους «Αχαρνής», κατά Γιάννη Κακλέα, κατατρόπωσε τους Σόιμπλε, Μέρκελ και Στουμπ και έφερε την επιθυμία, το όνειρο κι έναν κόσμο ουτοπικό στην ορχήστρα της Επιδαύρου. «Ο ποιητής μιλάει για έναν κόσμο που θα μας επιτρέψει να ζήσουμε τα όνειρά μας», λέει ο χορός στην Παράβαση. Λίγο πριν, ο Δικαιόπολις είχε βροντοφωνάξει: «Ξυπνήστε!
Γιατί όποιος κοιμάται στη δημοκρατία, ξυπνάει σε δικτατορία», δανειζόμενος τη φράση της νεαρής Γερμανίδας ακτιβίστριας Ζοζεφίν Βιτ που «επιτέθηκε» με κομφετί στον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι. Οι «Αχαρνής» χειροκροτήθηκαν θερμά την Παρασκευή και το Σάββατο από χιλιάδες θεατές (περίπου 4.000 την Παρασκευή και 8.000 το Σάββατο) που γέμισαν το κοίλον του αργολικού θεάτρου. Κόντρα στο κλίμα των ημερών, αψηφώντας την πολιτικοοικονομική κατάσταση και τα όσα βιώνει αυτόν τον καιρό η πατρίδα μας, το κοινό πήρε μια ανάσα, ξεχνώντας για λίγο τις εξελίξεις στις Βρυξέλλες. Γέλασε, χάρηκε, διέκοψε πολλές φορές την παράσταση με τα χειροκροτήματά του κι έφυγε από την Επίδαυρο λίγο… ελαφρύτερο!
Το δίκαιο
Πολιτικός, τολμηρός, επιθετικός στην παρακμή και την αδικία ο Δικαιόπολις, έτσι όπως τον είδε ο Γιάννης Κακλέας, επιδιώκει το δίκαιο. Η προσέγγιση του Γ. Κακλέα, ο οποίος υπογράφει τη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία, και εδώ δεν διαφέρει από προηγούμενα ανεβάσματά του πάνω στον Αριστοφάνη. Η ανάγνωσή του δίνει μια άλλη διάσταση στον λόγο του ποιητή: χωρίς να χάνεται το κωμικό, δεν υπερτονίζεται η κωμωδία, αλλά αντίθετα προβάλλονται άλλες οπτικές και σχέσεις μέσα από το κείμενο. Ετσι δεν κυριαρχούν η χαρά, τα φωτάκια, τα τσιμπούσια, οι χοροί και τα πανηγύρια στην παράσταση. Δεν βλέπουμε μια αλέγκρα ματιά πάνω στον κωμωδιογράφο, αλλά μια γλυκόπικρη πρόταση.
Υπάρχει το γλέντι, αλλά οριοθετημένο κι όχι ανατασικό, ακόμη και στην Εξοδο, όπου κορυφώνεται το φαγοπότι. Μια σκοτεινιά, ένας σκεπτικισμός, ένα χαμόγελο πίσω από μια σκιά, ένα φως πίσω από την αχλύ του πολέμου. Αυτός είναι ο Αριστοφάνης του Κακλέα στους «Αχαρνής», σε μια παράσταση που βρήκε την ισορροπία, χαλιναγώγησε τον σκηνοθετικό του πλουραλισμό (και των συνεργατών του), έφτιαξε το κείμενο στο μέτρο που υπηρετούσε το σκηνοθετικό του όραμα (περιόρισε π.χ. τα Στάσιμα, μείωσε τη διάρκεια της Παράβασης, έκοψε κι έραψε), απέδωσε τον λόγο κατά το δοκούν και το αποτέλεσμα είχε συνοχή κι ενότητα.
Με το απόσπασμα του Θουκυδίδη που μιλάει για τα θύματα του πολέμου και του λοιμού αρχίζει η παράσταση, ασπρόμαυρη, μέσα σε κλίμα ζόφου. Και ενώ η Αθήνα βρισκόταν καλά θωρακισμένη, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, απέναντι στον εξωτερικό εχθρό, μια άξαφνη μάστιγα εκδηλώθηκε στην πόλη, «ο πιο απρόβλεπτος εχθρός αναπτυσσόταν: ο λοιμός». Ανθρωποι ράκη κουβαλούν κουφάρια στα χέρια, στους ώμους, σε καρότσια. «Αυτά λοιπόν ήταν όσα έγιναν με την αρρώστια», ακούγεται, λίγο πριν οι προβολείς στο σκηνικό -ένας διώροφος σταθμός φόρτωσης κοντέινερ με μια μεγάλη «είσοδο» στο κέντρο που κλείνει με πλαστική κουρτίνα σε λωρίδες (σκηνικά Μανόλη Παντελιδάκη)- αρχίσουν να αναβοσβήνουν και να «ψάχνουν» την ορχήστρα, ενώ ακούγονται πυροβολισμοί.
Ο Δικαιόπολις του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου, άμεσος στο παίξιμό του, με απλότητα και καθαρότητα, φαίνεται ότι είναι αποφασισμένος για την ειρήνη. Φτάνει στην Εκκλησία του Δήμου με σκούρο, σκονισμένο κοστούμι και κασκόλ και προσπαθεί να πείσει τους συμπολίτες του για ειρήνη και όταν διαπιστώνει ότι εκείνοι κωφεύουν, στέλνει προσωπικό εκπρόσωπο, τον Αμφίθεο (Αγγελική Τρομπούκη), και προτείνει στους Σπαρτιάτες να συνάψουν ειρήνη μαζί του. Από την Πνύκα έχουν «παρελάσει» ήδη οι πρέσβεις από την Περσία και ο Ψευδαρτάβας ντυμένοι στα χρυσά, πάνω στο χρυσοποίκιλτο άρμα τους και ο Θέωρος (πολύ καλός ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς) στα λευκά, με λαμπυρίζον λευκό σορτσάκι και γούνινο καπέλο.
Οι πολεμοχαρείς Αχαρνής, ο χορός των Αχαρνέων με στρατιωτικές φόρμες και μάσκες οξυγόνου (κοστούμια Εύας Νάθενα) κυνηγούν και επιτίθενται στον Δικαιοπόλιδα. «Αυτός είναι το βρωμερό μίασμα, η ντροπή της πόλης. Συλλάβετέ τον», φωνάζουν. Ο Δικαιόπολις ανταπαντά: «Δεν φταίνε μόνο οι Σπαρτιάτες. Εχουμε κι εμείς μερίδιο στην ευθύνη» και κόκκινες φωτεινές «μαχαιριές» κόβουν… φέτες την ορχήστρα (φωτισμοί Σάκη Μπιρμπίλη). Στο φινάλε η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη κυριαρχεί, με τον θίασο ντυμένο στα λευκά και με κεριά στα χέρια. «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος/ δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι/ για την ειρήνη και για το δίκιο». Μεγάλος πρωταγωνιστής της παραγωγής ήταν η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου ή καλύτερα το ηχητικό περιβάλλον που δημιούργησε και έκλεισε μέσα σε αυτό ολόκληρη την παράσταση.
Φαρμακερές ατάκες, ανταλλαγές και ευφορία
«Θεέ μου, ζω μια τραγωδία. Τραγωδία είπα; Μόνο εσύ μπορείς να με σώσεις», λέει ο Δικαιόπολις και τρέχει στον Ευριπίδη. Ο Αρης Σερβετάλης (εξαιρετικός) στον ρόλο του μεγάλου τραγικού, «σκιτσάρει» με λεπτομέρεια και κίνηση ακριβείας τον ρόλο. Μοιάζει με φιγούρα βγαλμένη μέσα από κόμικς, σε μία από τις πιο ωραίες σκηνές της παράστασης. «Πνιγμένος» στα βιβλία, παίζει τους ρόλους από τα έργα του με πάθος και με διαφορετικό κάθε φορά ταμπεραμέντο, προκειμένου να διαλέξει ο Δικαιόπολις τον κατάλληλο. «Μήπως έχει κάτι πιο πεθαίνω, πιο αυτοκτονώ τώρα;», του λέει ο ήρωας, μέχρι να καταλήξει να τυλιχτεί τα κουρέλια του Τήλεφου. «Πατρίδα σαν τον ήλιο σου, ήλιος αλλού δεν λάμπει…». Ο κωμικοτραγικός Λάμαχος του Φάνη Μουρατίδη απαγγέλλει με στόμφο και βροντερή φωνή κατά την είσοδό του το ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη «Στην Πατρίδα». Η σκηνή του με τον Δικαιόπολι διαθέτει από τις πιο γελαστικές στιχομυθίες με παρομοιώσεις όπως «ακομβίωτο σκουλήκι», «χαραμοφάι κερατά», «κλαρινογαμπρέ του κ…» ή «φέρτε μου τα εθνοστεντόν μου».
Ευφορία και γιορτή
Στην «ειρηνική» περιοχή του Δικαιοπόλιδος επικρατεί ευφορία και γιορτή. Εμφανίζεται ο Μεγαρίτης (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης), που του προτείνει να αγοράσει τις ανθρωπογουρουνίτσες του (Σωκράτης Πατσίκας, Θάνος Μπίρκος), τις οποίες ο Δικαιόπολις αγοράζει με αντάλλαγμα σκόρδα κι αλάτι. Ο Βοιωτός (Λεωνίδας Καλφαγιάννης), κατάφορτος αγαθών, πουλάει στον Δικαιόπολι ένα χέλι και παίρνει ως αντάλλαγμα έναν Αθηναίο καταδότη για να τον δείχνει στα πανηγύρια. Ενας Γαμπρός (Βαγγέλης Χατζηνικολάου) ζητάει λίγη από την ειρήνη του για να μείνει στο σπίτι με τη Νύφη (Γιώργος Κοψιδάς). Δίνει τελικά στη Νύφη, γιατί είναι γυναίκα και για τον πόλεμο δεν φταίει.
Πηγή: ethnos.gr