Aπό την αναπόληση της νιότης στον απολογισμό ζωής

Του Κυριάκου Κατσιμάνη

ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Φθινόπωρο του 1955. H ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εισαγωγικών εξετάσεων σε κάποιες Σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε μόλις ολοκληρωθεί και σύμφωνα με αυτά είχα πετύχει όχι μόνο στη Φιλοσοφική αλλά και στη Νομική. Βρισκόμουν τότε στο χωριό και ένιωθα πολύ ωραία περιφέροντας μεταξύ γνωστών και φίλων τις νωπές δάφνες μου. Θυμάμαι ότι σε έναν περίπατο εν μέσω δύο συγχωριανών μου, των αείμνηστων Βαγγέλη Καλλίτση και Γιώργου Δελόπουλου, που αργότερα θα εξελιχθούν σε ανώτατους δικαστικούς, είχα δεχτεί μετ’ επιτάσεως συμβουλές και υποδείξεις να παρακολουθήσω νομικά. «Κυριάκο», μου έλεγαν, «είσαι εργατικός και φιλομαθής και μπορείς να πας μπροστά. Πρέπει, όμως, να γραφτείς στη Νομική, που θα σου ανοίξει ευρύτατες προοπτικές ανάδειξης και σταδιοδρομίας. Αντίθετα, οι φιλολογικές σπουδές, όσο ενδιαφέρον και αν παρουσιάζουν καθαυτές, έχουν κάτι το στατικό και το περιορισμένο και θα σε εγκλωβίσουν δια βίου σε κλειστούς ορίζοντες».

Είχα πεισθεί απολύτως, ανέβηκα στην Αθήνα με την απόφαση να πάω στη Νομική και τελικά… γράφτηκα στη Φιλοσοφική! Μου ήταν αδύνατον να εξηγήσω λογικά πώς άλλαξα κατεύθυνση την τελευταία στιγμή, κάτι, όμως, μου έλεγε μέσα μου ότι, αν δεν πήγαινα στη Φιλοσοφική, θα ήταν σαν να πρόδιδα τον ίδιο τον εαυτό μου. Αργότερα, μελετώντας παιδαγωγικά βιβλία, νομίζω ότι μπόρεσα να εντοπίσω τους ασύνειδους εκείνους ψυχοκοινωνικούς καθορισμούς που προκάλεσαν τότε την απροσδόκητη ανατροπή στην τελική επιλογή μου, το Φθινόπωρο, όμως, του 1955 είχα δώσει για την απόφασή μου την ακόλουθη βολική εξήγηση: δε διάλεξα εγώ τη Σχολή μου, η Σχολή μου διάλεξε εμένα! Έτσι, το σύντομο ειδύλλιό μου με τη Νομική πήρε άδοξο τέλος

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Αν κάτι χαρακτήριζε τις σπουδές μας, αυτό θα μπορούσε κατά τη γνώμη μου να είναι η ξενοιασιά και η αμεριμνησία. Η περίοδος 1955-1960, που αντιστοιχεί συμβατικά στη διάρκειά τους, ήταν για τους περισσότερους από μας μια περίοδος αθωότητας, ενώ η χώρα είχε αρχίσει να επουλώνει σιγά σιγά τις πληγές της από τον εμφύλιο, να στέκεται στα πόδια της και να βρίσκει το βηματισμό της. Η Αθήνα διατηρούσε ακόμη κάποια στοιχεία μιας όμορφης και νοικοκυρεμένης πόλης. Η ακατάσχετη τσιμεντοποίηση δεν είχε προλάβει να αλλοιώσει ολοκληρωτικά τη φυσιογνωμία της και τα στίφη των λαθρομεταναστών, από τα οποία μετά από μερικές δεκαετίες θα πλημμυρίσουν πολλές κεντρικές συνοικίες της μαρτυρικής πρωτεύουσας με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σταδιακά σε «χαμένες πατρίδες», ήταν τότε κάτι το άγνωστο. Στην οδό Σόλωνος δέσποζε το λιτό, επιβλητικό και πεντακάθαρο κτήριο της Νομικής Σχολής, όπου γαλουχήθηκαν επιστημονικά γενεές ολόκληρες νομικών και φιλολόγων οι οποίοι στελέχωσαν επάξια την ελληνική κοινωνία — ένα κτήριο που δεν παρέπεμπε τότε ούτε κατά διάνοιαν στην κατάσταση της χωματερής ή του κάδου απορριμμάτων, στην οποία το έχουν περιαγάγει στις μέρες μας οι ασύδοτοι βάνδαλοι, που δεκαετίες τώρα δρουν ανενόχλητοι με την ανοχή της Ελληνικής Πολιτείας. Με εξαίρεση έναν μικρό αριθμό «ψαγμένων» και –με την καλή σημασία του όρου– «πονηρεμένων» συμφοιτητών μας, οι υπόλοιποι, στη μεγάλη πλειονότητά μας, δείχναμε περιορισμένο ενδιαφέρον για την πολιτική, κάτι που, όμως, δε μας εμπόδιζε όχι μόνο να ζούμε έντονα τον κυπριακό αγώνα, ο οποίος τότε βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, αλλά και να συμμετέχουμε σε διαδηλώσεις συμπαράστασης στους Κυπρίους αδελφούς μας. Επιπλέον, πολλοί αν όχι οι περισσότεροι από μας, λόγω και των επαρχιακών καταβολών μας, δεν είχαμε τότε ιδιαίτερες πνευματικές ανησυχίες και δεν παρακολουθούσαμε συστηματικά τα πολιτιστικά δρώμενα σε μια εποχή μάλιστα, κατά την οποία οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Επιδαύρου γίνονταν ακόμη και διεθνώς γνωστές, ενώ ξεκινούσε παράλληλα η μουσική κοσμογονία με το Χατζηδάκι, αρχικά, και το Θεοδωράκη, στη συνέχεια. — Αυτό ήταν σε γενικές και πρόχειρες γραμμές το κλίμα στο οποίο κύλησε η φοίτησή μας.

Ο ΣΠΟΡΟΣ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΣΕ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΣΕ

Είχαμε αξιόλογους καθηγητές, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν ορισμένοι λαμπροί και προβεβλημένοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και επιστήμονες (για παράδειγμα, Σταματάκος, Τωμαδάκης, Θεοδωρακόπουλος, Ζακυθηνός, Μαρινάτος, Ορλάνδος), αλλά οι πρώτες τουλάχιστον εντυπώσεις από τις παραδόσεις ήταν μάλλον κατώτερες των προσδοκιών μας. Τα αμφιθέατρα με τις εκατοντάδες φοιτητών, για παράδειγμα, ενώπιον των οποίων ο εκάστοτε διδάσκων εμφανιζόταν εν μέσω χειροκροτημάτων και προέβαινε σε συναρπαστικές, έστω, αγορεύσεις, δεν ήταν ό,τι καλύτερο για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος των παθητικών ακροατών. Έλειπε η ορθολογική οργάνωση και η μεθοδική προσφορά της γνώσης με ταυτόχρονη ενημέρωση των φοιτητών, ώστε να καταστεί σαφές πού εντασσόταν και πού κατέτεινε η προσπάθεια του καθηγητή, καθώς και η φροντιστηριακή υποστήριξη της ex cathedra διδασκαλίας, ώστε να εμπλακούν και οι δέκτες / διδασκόμενοι στην όλη διαδικασία.

Η κατάσταση βελτιώθηκε στα αμέσως επόμενα χρόνια και ιδιαίτερα στα δύο τελευταία, όταν κάποια υποτυπώδης εξειδίκευση των σπουδών έφερε πλέον τη διδασκαλία σε σχετικά ολιγάνθρωπες αίθουσες και τον καθηγητή λιγότερο μακριά από τους φοιτητές. Παρ΄ όλα αυτά, ζούσε και βασίλευε ακόμη το αυταρχικό μοντέλο εκπαίδευσης με αποτέλεσμα η άμεση επικοινωνία του διδάσκοντος με τους διδασκομένους να είναι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, κάτι το σπάνιο. Και δεν ήταν ασφαλώς τυχαίο το ότι, από ένα σημείο και μετά, βασικό κίνητρο για την προσέλευση στις αίθουσες διδασκαλίας αποτελούσαν πολλές φορές οι «παρουσίες» που έπαιρναν ορισμένοι καθηγητές… Παρενθετικά σημειώνω το εξής: λόγω του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας των Πανεπιστημίων, οι μεταπτυχιακές σπουδές ήταν τότε ανύπαρκτες και ο απόφοιτος που θα πλησίαζε κάποιο καθηγητή και θα τολμούσε να του ζητήσει βοήθεια, προκειμένου να εκπονήσει μια διδακτορική διατριβή, στην καλύτερη περίπτωση θα αποτελούσε αντικείμενο ειρωνικών σχολίων, ενώ στη χειρότερη θα αντιμετωπίζονταν με καχυποψία. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις και εδώ ασφαλώς υπήρχαν, αλλά επιβεβαίωναν απλώς τον κανόνα. Ωστόσο, παρά τις δύσκολες συνθήκες, θα ήταν άδικο και ισοπεδωτικό να αποσιωπήσει κανείς μια σημαντική αλήθεια, ότι δηλαδή ο σπόρος που έριξαν πολλοί πανεπιστημιακοί δάσκαλοι στο μυαλό και στην ψυχή μας δεν πήγε καθόλου χαμένος, αλλά φύτρωσε, κάρπισε και αποδείχτηκε τελικά πολύτιμος για την επιστημονική συγκρότηση και την επαγγελματική σταδιοδρομία μας.

ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΖΩΗ

Σταδιακά, διαμορφώσαμε μια νοοτροπία πραγματισμού, που μας έκανε να ενδιαφερόμαστε άμεσα για την εξασφάλιση των υλικών όρων της διαβίωσής μας. Επιπλέον, μας απασχολούσε ολοένα και περισσότερο η επιτυχία μας στις εξετάσεις και η όσο το δυνατόν συντομότερη αποφοίτησή μας με σκοπό την είσοδό μας στην αγορά εργασίας. Η είσοδος αυτή έπαιρνε κατά βάση τη μορφή της υποβολής δικαιολογητικών, ώστε να έρθει κάποτε το πλήρωμα του χρόνου για το διορισμό μας στη Μέση Εκπαίδευση. Παράλληλα, η φοιτητική ζωή συνεχιζόταν ανέμελη και θα ήταν παρανόηση να φανταστεί κανείς πως η καθημερινότητά μας κυλούσε μέσα σε ένα κλίμα σκυθρωπό και μελαγχολικό. Αντίθετα, οι χαρούμενες στιγμές, η ευθυμία και οι "πλάκες" ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Στις αίθουσες διδασκαλίας, στις ουρές της Γραμματείας αλλά και στη Λέσχη, στις εξόδους και στις εκδρομές ο καθένας μας είχε την ευκαιρία να δημιουργήσει σχέσεις και φιλίες διαχρονικές (σε ό,τι με αφορά, για παράδειγμα, με Άγλα Σταυράκη, τη μετέπειτα σύζυγό μου, Μανώλη Μικρογιαννάκη, Νίκο Πετρόχειλο, Τάκη Στέφο, Νίκο Βλαχάκη). Κάποιες άλλες φιλίες είτε ατόνησαν στη συνέχεια, καθώς οι συνθήκες της ζωής μάς έκαναν να "χαθούμε" (πάντοτε σε ό,τι με αφορά, με Τάκη Κοκόση, Γρηγόρη Κωσταρά, Πόπη Τσιανίκα, Ιωάννα Κοντέση) είτε «επωάζονταν» στα χρόνια της φοίτησης και αναπτύχθηκαν αργότερα, όταν δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες (με Γιώργο Μάγουλά, Βούλα Μπέκα, Νίκο Μαλαβάκη, Κώστα Βουδούρη, Tάσο Παπαδόπουλο, Νίκο Ραγκούση, Αλέξανδρο Κόντο). Η περάτωση της φοίτησης και η έναρξη των πτυχιακών εξετάσεων διάρρηξε την ενότητα του «έτους». Κάτι το άγχος της μελέτης για το πτυχίο, κάτι οι διαφορετικές περίοδοι, στις οποίες τελειώναμε κατά μικρούς ή μεγάλους αριθμούς, κάτι το ότι, μετά την επιτυχία, ο καθένας έπαιρνε το δικό του δρόμο, το αποτέλεσμα ήταν η φοιτητική ομάδα όχι μόνο να πάψει να αποτελεί ένα σύνολο με ενότητα και συνοχή, αλλά και να διασκορπιστεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Επιστροφή, για πολλούς, στην ιδιαίτερη πατρίδα, στρατιωτικό (για τους άρρενες), απασχόληση σε ιδιωτικά σχολεία και αμέσως μετά διορισμός στο Δημόσιο, δημιουργία οικογένειας… Ωστόσο, το «έτος» εξακολουθούσε να αποτελεί στη σκέψη μας μια σταθερή βάση αναφοράς. Και οφείλω να ομολογήσω ότι σε όλους, γενικά, τους συμφοιτητές μας και κυρίως σε όσους έχουν ήδη φύγει από κοντά μας για πάντα (μεταξύ άλλων στο Νίκο Μαλαβάκη, τον Τάσο Παπαδόπουλο, το Βαγγέλη Σούλη, το Θόδωρο Σταθάκη, το Νίκο Ευσταθίου, τον Κυριάκο Πλησή, τον Κρίτωνα Πανηγύρη, το Δημήτρη Καλασούντα, το Ματθαίο Παρτσάλη, τον Αντρέα Μαλέκο) η μνήμη μου στρέφεται πολύ συχνά με συγκίνηση και αγάπη.

ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ

Καθώς η ηλικία έχει πια προχωρήσει για τα καλά, σκέπτομαι ότι το όποιο έργο της ζωής μας προσδιορίζεται κατά τρόπο καίριο από το είδος των σπουδών μας, με την έννοια ότι αυτές υπήρξαν η προϋπόθεση και η απαρχή της επαγγελματικής μας σταδιοδρομίας. Οπότε ανακύπτει αναπόφευκτα το ακόλουθο επίμονο ερώτημα: πόσο σωστά αξιοποιήσαμε τα χρόνια της ζωής μας; Ή, όπως το λέει και ο λαός, πόσο άξιοι σταθήκαμε για «το ψωμί που φάγαμε»; Η απάντηση είναι ότι αγωνιστήκαμε σθεναρά και κάναμε το καλύτερο δυνατόν με βάση τις ικανότητες που διαθέταμε, τη δύναμη χαρακτήρα που επιδείξαμε και τις περιστάσεις που αντιμετωπίσαμε. Ας μην είμαστε, λοιπόν, μεμψίμοιροι ή και σκληροί με τους εαυτούς μας. Ας αναλάβουμε, καλύτερα, στο ακέραιο την ευθύνη του προσωπικού παρελθόντος μας –όσες χαρές ή τραγωδίες και αν αυτό κλείνει μέσα του– και ας τη διαχειριστούμε με εγκαρτέρηση, μακροθυμία και αξιοπρέπεια στο χρονικά ελάχιστο μέλλον που μας έχει απομείνει. Κατά τα άλλα, στη Νάντια Παναγουλέα, που είχε την έμπνευση και την ευθύνη της έκδοσης του αναμνηστικού αυτού τόμου, καθώς και σε όλους όσοι την πλαισίωσαν και τη βοήθησαν –μεταξύ αυτών, ιδιαίτερα, στο Μανώλη Μικρογιαννάκη και τον Τάκη Στέφο– αξίζουν οι θερμές ευχαριστίες και τα ειλικρινή συγχαρητήριά μας. Τους οφείλουμε τη σύντομη και νοσταλγική αυτή περιπλάνηση στα όμορφα χρόνια της νιότης μας και, ταυτόχρονα, το ελκυστικό έναυσμα για έναν υπόρρητο απολογισμό ζωής.

(Έχει περιληφθεί στην έκδοση «ΛεύκωμαΑναμνήσεων των Φοιτητών και Φοιτητριών της Φιλοσοφικής Σχολής (1955-1960) του Εθνικού και ΚαποδιστριακούΠανεπιστημίου Αθηνών»,λειμών,Αθήνα, 2016, σσ. 86-89.)