Αναρτήθηκε την Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018 και ώρα 10:27 πμ |
Από nskarmoutsos
Από τη πύλη για την Ελληνική Γλώσσα:
Φούμαρο το [fúmaro] Ο41 (συνήθ. πληθ.) : (προφ.) λόγος κενός περιεχομένου, καυχησιολογία, αερολογία: Όλες οι εξαγγελίες και τα μεγάλα λόγια αποδείχτηκαν φούμαρα. ΦΡ πουλάω* φούμαρα.