Πόρισμα εισαγγελέων για την πυρκαγιά στο Μάτι: Σύγχυση και έλλειψη σχεδίου

Εικόνα πλήρους σύγχυσης και απόλυτης έλλειψης συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών για την κατάσβεση της πυρκαγιάς αναδύεται στο πολυσέλιδο εισαγγελικό πόρισμα για την τραγωδία στο Μάτι, που οδήγησε και στην άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος αρμόδιων κρατικών λειτουργών.Οι εισαγγελείς στο πόρισμά τους, το οποίο μεταβιβάστηκε σε τακτικό ανακριτή ώστε να προχωρήσει η σχετική έρευνα, αναφέρονται σε παραλείψεις, αρρυθμίες, ασυνεννοησίες και έλλειψη σχεδίου, ενώ κατά τους εισαγγελείς τα σοβαρότερα προβλήματα εντοπίζοντας στις κινήσεις της πυροσβεστικής και της αστυνομίας.

Στο πόρισμα για την φονική πυρκαγιά, αφού καταγράφεται λεπτομερώς όλο το νομικό πλαίσιο που διέπει την λειτουργία κάθε συναρμόδιας υπηρεσίας σε περιπτώσεις πυρκαγιάς , διαπιστώνεται πως στην «επί χάρτου» εφαρμογή της νομοθεσίας όλα λειτούργησαν ομαλότατα, πλην όμως στην πράξη ουσιαστικά τίποτα δεν λειτούργησε κατά τα προβλεπόμενα, και η όλη διαχείριση έγινε σπασμωδικά, χωρίς κανέναν συντονισμό. Εκείνο που φαίνεται να θεωρούν οι εισαγγελείς πως έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την τραγική εξέλιξη της φωτιάς, είναι η απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας, όχι μόνον μεταξύ συναρμόδιων υπηρεσιών αλλά και εντός κάθε υπηρεσίας. «Κυρίαρχο ρόλο στην δημιουργία σύγχυσης και συνακόλουθα συμβολή στην έλλειψη συντονισμού των πυροσβεστικών δυνάμεων, αλλά και των λοιπών εμπλεκόμενων φορέων, έπαιξε η ύπαρξη και λειτουργία πολλών παράλληλα χρησιμοποιούμενων συστημάτων επικοινωνίας μεταξύ των αξιωματικών του πυροσβεστικού σώματος και των στελεχών των άλλων φορέων».

Στους Δήμους και την Περιφέρεια επιρρίπτονται κυρίως παραλείψεις σε προληπτικές ενέργειες, όπως καθαρισμός της βλάστησης, αποψίλωση και απομάκρυνση φυτικής βιομάζας από τις νησίδες κλπ και στην εν γένει ενημέρωση του κοινού για τη λήψη μέτρων πρόληψης και αυτοπροστασίας. Επιπλέον για τους Δημάρχους Ψινάκη και Μπουρνούς, σύμφωνα με την εισαγγελική διάταξη, αυτοί δεν προέβησαν στην αρχή της αντιπυρικής περιόδου στην προληπτική απομάκρυνση βλάστησης, δεν απομάκρυναν την καύσιμη φυτική ύλη, όπως ξερά χόρτα και κλαδιά γύρω από κτιριακές υποδομές σε περιοχές υψηλού κινδύνου, ενώ την ημέρα της πυρκαγιάς δεν λειτουργούσαν, όπως όφειλαν, τα γραφεία πολιτικής προστασίας σε κάθε δήμο.

Σχετικά με το ζήτημα της εκκένωσης των περιοχών οι εισαγγελείς αναφέρουν πως «μόνος αρμόδιος για την εισήγηση του μέτρου της οργανωμένης προληπτικής απομάκρυνσης των πολιτών είναι ο εκάστοτε επικεφαλής αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος». Η λήψη της απόφασης είναι των κατά τόπους δημάρχων και αν η εισήγηση είναι για περισσότερους από ένα δήμο τότε την απόφαση μπορεί να λάβει και ο αρμόδιος Περιφερειάρχης. Ωστόσο στο πόρισμα επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα οργανωμένης απομάκρυνσης πολιτών.

Χαρακτηριστικά οι εισαγγελείς επισημαίνουν ότι «ευτυχώς που δεν αποφασίστηκε εκκένωση, γιατί μία τέτοια απόφαση θα έπρεπε να ληφθεί στις 17.10, όταν δηλαδή ξέσπασε η πυρκαγιά» στο Νταού Πεντέλης, καθώς μόνο τότε οι πιθανότητες οργανωμένης απομάκρυνσης θα ήταν «εξαιρετικά θετικές». Εάν λαμβανόταν η απόφαση στις 18.30, όταν δηλαδή η φωτιά πέρασε τη Μαραθώνος, θα υπήρχαν περισσότερα θύματα. «Λαμβάνοντας υπόψη την μορφολογία της περιοχής, τους στενούς δρόμους χωρίς την δυνατότητα διαφυγής, τον αριθμό των κατοίκων, το γεγονός ότι στις 18.30 η φωτιά είχε ήδη περάσει την Μαραθώνος με κατεύθυνση προς τη θάλασσα, την ύπαρξη πυκνού μαύρου καπνού, την απόλυτη έλλειψη συντονισμού των εμπλεκομένων φορέων, τις ελάχιστες δυνάμεις και μέσα και προσωπικό μία ενδεχόμενη εκκένωση θα είχε τραγικά αποτελέσματα».

Υπενθυμίζεται πως η έρευνα των εισαγγελέων Ηλία Ζαγοραίου, Νίκου Φυστόπουλου και Κώστα Σπυρόπουλου, κατέληξε στην άσκηση ποινικών διώξεων κατά είκοσι κρατικών λειτουργών και στελεχών της Αυτοδιοίκησης, μεταξύ των οποίων η περιφερειάρχης Ρένα Δούρου, ο δήμαρχος Μαραθώνα Ηλίας Ψινάκης, ο δήμαρχος Ραφήνας Ευάγγελος Μπουρνούς, ο πρώην γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Ιωάννης Καπάκης και στελέχη της Πολιτικής Προστασίας, της ΕΛΑΣ, της Πυροσβεστικής αλλά και ο 65χρονος που ευθύνεται για την έναρξη της φωτιάς στο Νταού Πεντέλης. Για τέσσερα πρόσωπα, που βρέθηκαν στο στόχαστρο της έρευνας προς έλεγχο τυχόν ευθυνών τους, οι εισαγγελείς κατέληξαν ότι δεν προέκυψαν στοιχεία και έτσι ως προς αυτούς η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο. Οι κατηγορίες που αποδίδονται σε βάρος των 20 ατόμων, σε βαθμό πλημμελήματος, όπως προβλέπει ο νόμος, αφορούν σε εμπρησμό από αμέλεια. Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και διά παραλείψεως. Σωματικές βλάβες κατά συρροή, δια παραλείψεως και από αμέλεια από υπόχρεους και μή. Για τα αδικήματα αυτά ο νόμος προβλέπει ποινές ως πέντε χρόνια φυλάκισης, ενώ υπό εξαιρετικές περιστάσεις δύναται να φθάσουν ως και τα δέκα χρόνια.  Η δικογραφία θα ανατεθεί λόγω σοβαρότητας, σε τακτικό ανακριτή. Για την τραγωδία έχουν σχηματιστεί και παραμένουν ανοικτές άλλες έξι δικογραφίες. Αυτές είναι:

  • Στο Ναυτοδικείο για ευθύνες λιμενικών και Λιμεναρχείου
  • Στο Στρατοδικείο για ευθύνες στρατιωτικών
  • Μία δικογραφία για πολεοδομικές παραβάσεις (αυθαίρετη δόμηση και αιγιαλός)
  • Μία δικογραφία που αφορά αναντιστοιχίες στο σύστημα της Πυροσβεστικής
  • Μία δικογραφία για την καθήλωση των εναέριων μέσων από το αεροδρόμιο της Ελευσίνας
  • Και τέλος αυτή η δικογραφία που έχει διαβιβαστεί στη Βουλή για τυχόν ευθύνες πολιτικών προσώπων.

Αναλυτικά αποσπάσματα του πορίσματος:

Η έναρξη της πυρκαγιάς

Στα πλαίσια διερεύνησης των αιτιών της πυρκαγιάς, σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα, προέκυψε ότι ο δράστης της πρόκλησης της αρχικής πυρκαγιάς είναι ο Κ.Α., ο οποίος πέντε ώρες πριν από την καταστροφική πυρκαγιά άναψε με κλαδιά πεύκων -κυρίως- φωτιά επί της οδού Ανδρούτσου, την οποία ωστόσο «δεν έσβησε αποτελεσματικά». «Δηλαδή με επάρκεια ποσότητας νερού, καθώς και κάλυψη με ικανή ποσότητα χώματος, με αποτέλεσμα τα υπολείμματα της καύσης, λόγω των επικρατουσών καιρικών συνθηκών, (αυξημένη θερμοκρασία, μειωμένη υγρασία περιβάλλοντος, ενίσχυση των ανέμων), να αναφλεγούν και να πυροδοτήσουν την παρακείμενη καύσιμη ύλη χαμηλού κυρίως ύψους, (κυρίως ξερά χόρτα και μικρό διάσπαρτο αριθμό πεύκων), και με τον τρόπο αυτό αναπτύχθηκε και εξαπλώθηκε η πυρκαγιά στην ευρύτερη περιοχή».

Παράλληλα, οι εισαγγελείς αποκλείουν η εκδήλωση της πυρκαγιάς να προκλήθηκε από άλλη αιτία, όπως αρχικά είχε ειπωθεί σχετικά με το δίκτυο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Οι λόγοι της ραγδαίας επέκτασης της φωτιάς ήταν «οι ισχυροί άνεμοι, που επικρατούσαν την ώρα έναρξης, (ήτοι άνεμοι με ελάχιστη ταχύτητα 45,1 km/h δηλαδή ισχυροί άνεμοι έντασης έξι μποφόρ και με μέγιστη ταχύτητα 74 km/h, δηλαδή θυελλώδεις άνεμοι έντασης οκτώ μποφόρ με διεύθυνση Δυτική βορειοδυτική) και του ανάγλυφου της ευρύτερης περιοχής, αλλά και επειδή οι πυροσβεστικές δυνάμεις στο αρχικό στάδιο προσβολής κυρίως στην περιοχή Νταού Πεντέλης, δεν κατόρθωσαν, να την ελέγξουν αποτελεσματικά, απέκτησε δυναμική και περί ώρα 17.17 έως 17.30».

«Το ενιαίο αρχικά μέτωπο διασπάστηκε σε άλλα δύο και μάλιστα εκτός της κατά μέτωπο ανάπτυξης υπήρχε και πλευρική τους ανάπτυξη. Έτσι, το ένα μέτωπο που ήταν το πλέον επικίνδυνο και καταστροφικό, κατευθύνθηκε ανεξέλεγκτα, καθώς δεν αποκόπηκε με την προσβολή του και δεν ελέγχθηκε στο σημείο αυτό από τις πυροσβεστικές δυνάμεις, βορειοανατολικά προς Νέο Βουτζά- Μάτι- Κόκκινο Λιμανάκι, ενώ το άλλο, το οποίο παρεμποδίστηκε και κατασβέστηκε αποτελεσματικά από τις επιχειρούσες στην ευρύτερη περιοχή πυροσβεστικές δυνάμεις πριν εξαπλωθεί νότιο ανατολικά προς τον οικισμό της Καλλιτεχνούπολης, περιορίστηκε μόνο στην χαράδρα, που βρίσκεται βόρεια του οικισμού και έτσι δεν υπήρξαν ανθρώπινες απώλειες και εκτεταμένες καταστροφές».

Έλλειψη σχεδίου διάσωσης

Το πόρισμα, μεταξύ άλλων, στην «έλλειψη σχεδίου διάσωσης ανθρώπων». Κατά το πόρισμα προέκυψε, ότι «το Πυροσβεστικό Σώμα λαμβάνοντας κλήσεις στο 199 – ΣΕΚΥΠΣ από πολίτες, οι οποίοι ανέφεραν σοβαρά και κρίσιμα περιστατικά σχετικά με ανθρώπους, που κινδύνευαν για τη ζωή τους από την εξελισσόμενη πυρκαγιά στους οικισμούς του Νέου Βουτζά, Μάτι και Κόκκινο Λιμανάκι, στις περισσότερες περιπτώσεις αντί να προωθηθούν πυροσβεστικές δυνάμεις στις συγκεκριμένες διευθύνσεις των κινδυνευόντων ατόμων για τη διάσωση τους, δεν προέβη στην προσπάθεια διάσωσης ατόμων από πυρκαγιά, αλλά διαβίβασε τα περιστατικά αυτά στις αναρμόδιες αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες αφενός δεν είχαν σχετική αρμοδιότητα αφετέρου δε διέθεταν γνώσεις και μέσα να προβούν σε διάσωση ατόμων από πυρκαγιά».

Οι τραγικές καθυστερήσεις

«Ελάχιστα οχήματα επιχείρησαν εισερχόμενα στην καιόμενη περιοχής στο Μάτι- Κόκκινο Λιμανάκι. Από το συνδυασμό και την ανάλυση των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην αρχική προσβολή των πυροσβεστικών δυνάμεων λόγω απόστασης, περί των 15’ περίπου από την ενημέρωση της πυροσβεστικής και 30’ περίπου από την εκδήλωση της πυρκαγιάς, παρά την άμεση αρχική εκκίνηση των δυνάμεων, λόγω απουσίας των πλησιέστερων περιπολικών, όπως προαναφέρθηκε, τα οποία φέρεται, ότι αντικαταστάθηκαν από οχήματα εθελοντικών ομάδων, με τις σχετικές παρατηρήσεις, που έγιναν για την ικανότητα και τον αριθμό αυτών. Περαιτέρω προέκυψε, ότι από τα πρώτα συνολικά επτά οχήματα, που κατέφθασε στο σημείο έναρξης από ώρα 16.55 έως 17.06 μόνο τα τρία εξ’αυτών είχαν κατασβεστική ικανότητα. Επομένως αποδείχτηκε αφενός η ως άνω χρονική καθυστέρηση για την επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων, αφετέρου η επέμβαση στο αρχικό στάδιο της πυρκαγιάς με μικρό αριθμό πυροσβεστικών δυνάμεων. Ένα επιπλέον γεγονός, που διαπιστώθηκε, είναι ότι ελάχιστα σε σχέση με την δυναμική της πυρκαγιάς δυνάμεις, (λαμβάνοντας υπόψη την υψηλή θερμοκρασία, τους θυελλώδεις δυτικούς ανέμους, την έλλειψη υγρασίας και την μορφολογία του εδάφους), που προσήλθαν αρχικά στην περιοχή εκδήλωσης της πυρκαγιάς, επικεντρώθηκαν επιχειρησιακά στην κατάσβεση της κυρίως στην περιοχή της Καλλιτεχνούπολις, η οποία φυσικά λόγω γειτνίασης απειλήθηκε πρώτα, με αποτέλεσμα η πυρκαγιά στην περιοχή εκτός της Καλλιτεχνούπολις να μην ελεγχθεί επαρκώς και να επεκταθεί ανεξέλεγκτα».

Εναέρια και πλωτά μέσα πυρόσβεσης

Προέκυψε, ότι η όλη διαχείριση των μέσων για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς «κυριαρχείται από τη μη επιβεβαίωση της πραγματικής εκτέλεσης των ενεργειών ή επιχειρησιακών σχεδίων όχι μόνο από τους αξιωματικούς του Πυροσβεστικού Σώματος, αλλά από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, υπό την έννοια, ότι σχεδόν όλοι οι υπεύθυνοι και αρμόδιοι αρκούνται στο να δίνεται η εντολή ή να συντάσσεται το έγγραφο, χωρίς όμως κάποιος να ελέγχει αν πράγματι η ενέργεια εκτελέστηκε ή ποτέ εκτελέστηκε. Ουσιαστικά δηλαδή διαπιστώθηκε μια τυπική και γραφειοκρατική λειτουργία των φορέων, η οποία δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα, όπως αυτή εκδηλώνεται και εκφράζεται από την εκτέλεση των ενεργειών και των αποτελεσμάτων αυτών. Δόθηκε εντολή να συνδράμουν της επιχείρησης πυρόσβεσης – αεροπυρόσβεσης σε τέσσερα αεροσκάφη, πλην όμως η εντολή αυτή πέραν του ότι δόθηκε αργά, δεν κατέστη δυνατόν να επιχειρήσουν και δεν προσέφεραν στις επιχειρήσεις αεροπυρόσβεσης για διάφορους λόγους, όπως πολύ ισχυροί άνεμοι, τεχνικά προβλήματα».

«Πιο συγκεκριμένα από τα τέσσερα αεροσκάφη που απογειώθηκαν κατά διαφορετικά χρονικά διαστήματα, τα δύο ματαίωσαν την αποστολή τους και επέστρεψαν στα αεροδρόμια, λόγω βλάβης χωρίς να επιχειρήσουν, ενώ μόνο τα υπόλοιπα δύο μετέβησαν στο Νταού Πεντέλης και την ευρύτερη περιοχή για να επιχειρήσουν, όπου έφτασαν περί ώρα 18 .10 έως 18.15 περίπου, όταν δηλαδή ήταν πλέον πολύ αργά-ήδη πλησίαζε το μέτωπο τη λεωφόρο Μαραθώνος-για να αναχαιτίσουν την πυρκαγιά και να καθηλώσουν το μέτωπο της στην δασική έκταση μεταξύ της Ιεράς μονής Παντοκράτορος και Λειριού ιδρύματος. Βέβαια και τα ανωτέρω δύο αεροσκάφη δεν αποδεικνύεται, αν τελικά κατόρθωσαν να επιχειρήσουν, αφού δεν ήταν δυνατόν να πάρουν νερό από τη θάλασσα, λόγω κυματισμού από τους πολύ ισχυρούς ανέμους. Συμπερασματικά, μέχρι το κρίσιμο διάστημα 18.20 που το μέτωπο της πυρκαγιάς πέρασε σε κάποιο σημείο την λεωφόρο Μαραθώνος με κατεύθυνση προς το Μάτι -Κόκκινο Λιμανάκι, επιχειρούσε μόνο ένα πτητικό μέσο αεροπυρόσβεσης, ενώ έως την ώρα 19.00μμ που η πυρκαγιά έφτασες στην ακτογραμμή επιχειρούσαν δύο πτητικά μέσα».

Από το υλικό της δικογραφίας προκύπτει επίσης πως: «Η ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος δεν χρησιμοποίησε επιχειρησιακά, παρόλο που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, και τα δύο εκ των τριών πυροσβεστικών πλοίων, που εδρεύουν στο 5ο λιμενικό πυροσβεστικό σταθμό στον Πειραιά, τα οποία θα μπορούσαν να συνδράμουν τη λιμενική αρχή Ραφήνας και να βοηθήσουν μαζί με τα υπόλοιπα πλωτά μέσα στην δια θαλάσσης διάσωση ατόμων από την θαλάσσια περιοχή στο Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι, όπου είχαν καταφύγει κάτοικοι για να προφυλαχθούν από την πυρκαγιά. Η συνδρομή των ως άνω πλοίων στην διάσωση ατόμων από τη θάλασσα, με δεδομένα τα ανωτέρω τεχνικά χαρακτηριστικά, αλλά και την μεταφορική ικανότητα τους, θα ήταν πολύ σημαντική και ουσιαστική στη διάσωση ατόμων που κινδύνεψαν και τελικά πνίγηκα. Επίσης η ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος και η διοίκηση του ΕΣΚΕ δεν κινητοποίησαν, ως όφειλαν εκ της αποστολής της την Ειδική μονάδα Αντιμετώπισης καταστροφών (ΕΜΑΚ)».

Έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού των πυροσβεστικών δυνάμεων

Περαιτέρω από το περιεχόμενο των επικοινωνιών, οι εισαγγελείς αναφέρουν πως «επιβεβαιώνεται η απόλυτη έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού των πυροσβεστικών δυνάμεων, οι οποίες φαίνεται να λειτουργούσαν εντελώς συμπτωματικά και χωρίς κάποιο έστω στοιχειώδη σχεδιασμό για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πυρκαγιάς. Μάλιστα είναι τέτοιος βαρύτητας και βαθμού η έλλειψη οργάνωσης, που ακόμη κι αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη πυρκαγιά με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που αναλύθηκαν προηγούμενα και την κατέστησαν στην εξέλιξη της καταστροφική, είναι βέβαιο, ότι ίδια κατάσταση θα επικρατούσε και σε πιο απλά συμβάντα. Από τις απομαγνητοφωνήσεις των ενσύρματων επικοινωνιών του 199 – ΣΕΚΥΠΣ (Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο Υπηρεσιών Πυροσβεστικού Σώματος), προκύπτει ότι το ΕΣΚΕ (Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων του Πυροσβεστικού Σώματος) και γενικότερα τα επιχειρησιακά στελέχη του πυροσβεστικού σώματος δεν είχαν πραγματική εικόνα για τις συνθήκες της πυρκαγιάς, ήτοι ακριβή τόπο εκδήλωσης, μέτωπα, εξέλιξη, εξάπλωση της, δυνάμεις που επιχειρούσαν, συνεργασίες με άλλους εμπλεκόμενους φορείς, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η επίτευξη συντονισμού των δυνάμεων με σκοπό την αποτροπή των τραγικών συνεπειών αυτής, ήτοι την κατάσβεση της και την διάσωση των κινδυνευόντων ανθρώπων, που αποτελεί το σκοπό δράσης του πυροσβεστικού σώματος και της γενικής Γραμματείας πολιτικής προστασίας».

Έλλειψη συνεννόησης των αξιωματικών

Εξάλλου «διαπιστώθηκε πλήρης έλλειψη συνεννόησης, συνεργασίας, κοινής αντίληψης και ενημέρωσης μεταξύ των αξιωματικών του ΣΕΚΥΠΣ  με την πυρκαγιά και για την εικόνα αυτής. Συγκεκριμένα όσες πληροφορίες, γεγονότα και ενέργειες σε διάφορα χρονικά σημεία, γνωστοποιούνταν με διάφορους τρόπους στα υπηρεσιακά όργανα του ίδιου κέντρου, δεν γνωστοποιούνταν στους λοιπούς, δηλαδή δεν υπήρχε ενιαία εικόνα και πληροφόρηση μεταξύ των τριών τηλεφωνητών, των εκφωνητών, του αξιωματικού επιχειρήσεων και των δύο αξιωματικών υπηρεσίας, καθώς και της διοίκησης του ΕΣΚΕ/199-ΣΕΚΥΠΣ».

Έλλειψη συντονισμού και παράλληλα συστήματα επικοινωνιών

«Σε άμεση συνάρτηση με την προηγούμενη διαπίστωση είναι ότι λειτουργία του ΕΣΚΕ με τον τρόπο αυτό, είχε επιπτώσεις και στην επικοινωνία, συνεργασία και συνεννόηση μεταξύ των συντονιστικών επιχειρησιακών κέντρων του Πυροσβεστικού Σώματος και της Ελληνικής Αστυνομίας. Προέκυψε λοιπόν, ότι δεν υπήρξε συνεργασία και συνεννόηση μεταξύ των επιχειρησιακών κέντρων του Πυροσβεστικού Σώματος και της Ελληνικής Αστυνομίας».

Κυρίαρχο ρόλο στη δημιουργία σύγχυσης και συνακόλουθα συμβολή στην έλλειψη συντονισμού των πυροσβεστικών δυνάμεων, αλλά και των λοιπών εμπλεκόμενων φορέων «έπαιξε η ύπαρξη και λειτουργία πολλών παράλληλα χρησιμοποιούμενων συστημάτων επικοινωνίας μεταξύ των αξιωματικών του πυροσβεστικού σώματος και των στελεχών των άλλων φορέων. Ειδικότερα, προέκυψε, ότι η επικοινωνία γινόταν:

  • με τη χρήση κινητών τηλεφώνων, υπηρεσιακών η προσωπικών,
  • με τη χρήση ασύρματων,
  • με τη χρήση ενσύρματων γραμμών».

Για την Αστυνομία

«Σε επίπεδο διεύθυνσης, συντονισμού και οργάνωσης, ήδη από την προηγούμενη μέρα είχαν ενημερωθεί και τεθεί σε ετοιμότητα όλες οι διευθύνσεις της ΓΑΔΑ, προκειμένου η καθεμία ξεχωριστά, ανάλογα πάντα με την αρμοδιότητα και το αντικείμενο της, να είναι σε θέση να ενεργήσει τάχιστα και κατάλληλα σε περίπτωση άμεσης κινητοποίησης. Επίσης κατά την πρωινή σύσκεψη των επιτελικών στελεχών του ΑΕΑ, επισημάνθηκε γνωστοποίηση του ως άνω εγγράφου και αναφερομένης κατάστασης και ζητήθηκε η ετοιμότητα των επιμέρους υπηρεσιών σύμφωνα με τα επιχειρησιακά σχέδια. Όμως όπως προέκυψε η ως άνω κατάσταση ετοιμότητας ήταν μόνο σε επίπεδο προβλέψεων και εγγράφων, χωρίς στην πραγματικότητα να εκτελεστεί, ήτοι και πάλι διαπιστώνεται η τυπική μόνο συμμόρφωση στις νομοθετικές προβλέψεις- επιταγές με την έκδοση των σχετικών εγγράφων χωρίς όμως να υλοποιούνται οι εντολές και παραπέρα να ελέγχεται η υλοποίηση τους.

Επομένως, ο μη αποκλεισμός της εισόδου των οχημάτων στο Μάτι από κάθετες οδούς, που διασταυρώνονταν με την λεωφόρο Μαραθώνος καθ’ όλη τη διάρκεια από την εκδήλωση της πυρκαγιάς στην Νταού Πεντέλης, την εξάπλωση της στον οικισμό του Νέου Βουτζά και στη συνέχεια στο Μάτι αποτέλεσε κομβική παράλειψη των αρμοδίων αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας. Επίσης δεν υπήρχε επαρκής αριθμός αστυνομικών οργάνων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλαδή πριν περάσει το μέτωπο της πυρκαγιάς σε κάποιο σημείο την λεωφόρο Μαραθώνος, ώρα 18.20 μμ, και κατευθυνθεί προς το Μάτι, προκειμένου να βοηθήσει στην εκτροπή των μεταφορικών μέσων (αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας), και την οδήγηση τους προς ασφαλή από την πυρκαγιά περιοχή. Όπως προέκυψε η αποστολή περισσότερων δυνάμεων προκειμένου να παράσχουν συνδρομή ήταν αρμοδιότητα του γενικού αστυνομικού διευθυντή Της Ελληνικής Αστυνομίας.

Η έλλειψη σε αριθμό ανδρών και μέσων κατά την εξέλιξη της πυρκαγιάς έτσι ώστε να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα κυκλοφοριακής διαχείρισης στην περιοχή, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι επιχειρησιακά ήταν δόκιμη η ως άνω διευθέτηση με το συγκεκριμένο τρόπο και χρόνο, οφείλεται στην μη θέση σε πραγματική ετοιμότητα των αστυνομικών δυνάμεων, καθώς οι υπεύθυνοι αξιωματικοί της ελληνικής αστυνομίας αρκέστηκαν στην γραμματική διατύπωση των εντολών, οι οποίες δεν προέκυψε ότι εκτελέστηκαν-υλοποιήθηκαν σε πραγματικό επίπεδο. Περαιτέρω επειδή οι εκτροπές έγιναν και σε σημεία του εσωτερικού οδικού δικτύου στο Μάτι δημιουργήθηκε ξαφνικά μπλοκάρισμα στα οχήματα, που κινούνταν ήδη εκεί, καθώς ξαφνικά η διακοπή της κίνησης δημιούργησε συμφόρηση εσωτερικά στην περιοχή και έτσι δεν μπορούσαν να απεγκλωβιστούν τα οχήματα και να διαφύγουν από την περιοχή.

Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω ήταν τελικά να εισέλθει μεγάλος αριθμός οχήματος στο Μάτι πλέον αυτών που ήδη υπήρχαν εκεί και κινούνταν ή ήταν σταθμευμένα και κινήθηκαν στη συνέχεια, όταν οι κάτοικοι άρχισαν να κινούνται πανικόβλητοι για να απομακρυνθούν από την περιοχή. Έτσι η κίνηση των οχημάτων γινόταν άτακτα με συνέπεια να δημιουργηθεί συμφόρηση στους στενούς δρόμους και τελικά να εγκλωβιστούν… Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στο ότι η κατάσταση με την κίνηση των οχημάτων επιβαρύνθηκε επιπλέον από την μη λήψη μέτρων από την αρμόδια λιμενική αρχή Ραφήνας, καθώς παρά το γεγονός ότι η κατάσταση στην περιοχή, ήτοι η ύπαρξη φωτιάς, ορατή ήδη από την ώρα εκδήλωσης της, η πορεία της προς το Θαλάσσιο μέτωπο, η ύπαρξη πυκνού καπνού, ήταν αντιληπτή από τα στελέχη του λιμενικού σώματος, και αποτελούσε δίδαγμα κοινής πείρας ότι θα δημιουργούνταν προβλήματα από την άτακτη κίνηση των οχημάτων στην προσπάθειά τους να βρουν οδούς διαφυγής από την καιόμενη περιοχή, επέτρεψε τον ελλιμενισμό δύο επιβατηγών- οχηματαγωγών πλοίων στο λιμάνι της Ραφήνας και την αποβίβαση επιβατών και οχημάτων, τα οποία κινήθηκαν στη συνέχεια είτε επί της οδού Φλέμινγκ προς λεωφόρο Μαραθώνος και Αθήνα είτε επί της παραλιακής στο Μάτι προς Νέα Μάκρη. Αποτέλεσμα ήταν να επιβαρυνθεί επιπλέον η κυκλοφορία και να μειωθεί καταλυτικά η δυνατότητα διαφυγής των οχημάτων».

Για τους Δήμους και την Περιφέρεια

Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που διέπει τη γ.γ. Πολιτικής Προστασίας στόχος είναι ο συντονισμός , η καλύτερη δυνατή κινητοποίηση , η δυνατότητα πρόληψης και πρόγνωση. Από αυτό προκύπτει ότι οι αρμοδιότητες της Περιφέρειας Αττικής στα πλαίσια του σχεδίου Ξενοκράτης είναι οι ακόλουθες: Προληπτικά έργα των Περιφερειών για τη μείωση του κινδύνου των δασικών πυρκαγιών καθώς και των συνεπειών τους, όπως η συμβολή στη βελτίωση και συντήρηση του βασικού οδικού δικτύου , η εκτέλεση προληπτικού καθαρισμού της βλάστησης, αποψίλωση και απομάκρυνση φυτικής βιομάζας από τις νησίδες , σύνταξη ή επικαιροποίηση των μνημονίων ενεργειών για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών από την εκδήλωση πυρκαγιών καθώς και την υποστήριξη του Πυροσβεστικού Σώματος. Από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού οι εισαγγελείς αναφέρουν πως «οι συμβάσεις που είχε υπογράψει η Περιφερειάρχης, Ρένα Δούρου με ανάδοχες εταιρείες και αφορούσαν εργασίες συντήρησης και καθαρισμού δεν σχετίζονται στις περισσότερες περιπτώσεις με τις περιοχές που εκδηλώθηκε η φονική φωτιά».

Επιπλέον, η Περιφέρεια είναι αρμόδια για την ενημέρωση του κοινού για τη λήψη μέτρων πρόληψης και αυτοπροστασίας. Όπως αναφέρεται από τους εισαγγελείς πράγματι στην ιστοσελίδα της Περιφέρειας Αττικής υπάρχει ειδικά διαμορφωμένη θεματική ενότητα και υλικό για θέματα αυτοπροστασίας και πρόληψης από δασικές πυρκαγιές. Ωστόσο, όπως σημειώνεται «οι ως άνω αναρτήσεις πράγματι υπάρχουν όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτουν τις απαιτήσεις του νόμου και ότι συντελούν αποφασιστικά στην επίτευξη των σκοπών του καθώς δεν είναι προσιτές και μεγάλο αριθμό κοινωνικών ομάδων όπως είναι οι ηλικιωμένοι ή πρόσωπα με προβλήματα υγείας ή πρόσωπα χωρίς μόρφωση».

Για τους δημάρχους και αντιδημάρχους Ραφήνας-Πικερμίου και Μαραθώνα, οι εισαγγελείς αναφέρουν μεταξύ άλλων πως δεν έλαβαν μέτρα καθαρισμών βλάστησης κλπ, ούτε σε αποκλάδωση δέντρων κ.ά. Επίσης, τους καταλογίζουν πως δεν ενεργοποίησαν με την εκδήλωση της πυρκαγιάς τα μνημόνια ενεργειών βάση του Γενικού Σχεδιασμού Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών, ενώ σε κανένα στάδιο της εξέλιξης της πυρκαγιάς “δεν είχαν διασφαλίσει την επικοινωνία τους με όλες τις υπόλοιπες υπηρεσίες και όργανα για την απρόσκοπτη ροή πληροφοριών».

Για τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας

Στο πόρισμα αναφέρεται πως ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας «αποδείχθηκε τελικά και του εκ του αποτελέσματος, ότι από το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την λήξη της προηγούμενης αντιπυρικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης, δεν κατόρθωσε όπως επιβαλλόταν εκ του νόμου και της αποστολής του, αλλά και των σχετικών εγκυκλίων της ΓΓΠΠ, να είναι στην πράξη και όχι επί χάρτου κατάλληλα και έγκαιρα προετοιμασμένος και επαρκώς επιχειρησιακά οργανωμένος και να βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, όταν οι συνθήκες το απαίτησαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση που ο δείκτης πυρκαγιάς είναι υψηλός, κατηγορία 4, προκειμένου να αντιμετωπίσει και γενικά να διαχειριστεί ταυτόχρονα και μάλιστα στην ίδια ή έστω σε άλλη Περιφέρεια δύο μεγάλες καταστροφές λόγω δασικών πυρκαγιών και με την έκταση και την ένταση σαν αυτές που εκδηλώθηκαν, στην Κινέτα και το Νταού Πεντέλης».

Πηγή: tvxs.gr