Η Ευρώπη βαδίζει «κατάκοπη» προς τις ευρωεκλογές

Σάββα Γ. Ρομπόλη, Ομ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου

Βασίλειου Γ. Μπέτση, Υπ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

Η εγκαθίδρυση από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 του νεοφιλελεύθερου παραγωγικού, εργασιακού και κοινωνικού υποδείγματος της παγκοσμιοποίησης, της ευελιξίας, της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους και των ανισοτήτων, μειώνοντας τις δημόσιες και κοινωνικές δαπάνες και συρρικνώνοντας το κόστος παραγωγής με τη λιτότητα και τις νέες τεχνολογίες, συνέβαλε, μεταξύ των άλλων, στην σημαντική αύξηση του ποσοστού κέρδους των επιχειρήσεων, στη διεύρυνση των ανισοτήτων, στη διάρρηξη της παραγωγικής ικανότητας και στην υποβάθμιση της εισοδηματικής και καταναλωτικής δυνατότητας των εργαζομένων.

Το αποτέλεσμα αυτών των δυσμενών εξελίξεων, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, είναι η σταδιακή υπονόμευση της εισοδηματικής αναβάθμισης, της βελτίωσης του επιπέδου της αγοραστικής δύναμης, της κοινωνικής συνοχής και της διεύρυνσης της φτωχοποίησης του πληθυσμού σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στις πιο ανεπτυγμένες και πιο πολυπληθέστερες (50% περίπου του πληθυσμού ) χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γαλλία, Γερμανία) αποτελεί, μεταξύ των άλλων, το γεγονός ότι στη Γαλλία από το 1983 μέχρι το 2015, το μέσο εισόδημα του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού αυξήθηκε κατά 100%, έναντι της αύξησης κατά 25% του μέσου εισοδήματος του υπόλοιπου τμήματος του γαλλικού πληθυσμού.

Το ίδιο και στην Γερμανία, όπου σύμφωνα με Έκθεση (2016) της Bundesbank το πλουσιότερο 10% των γερμανών κατέχει το 60% του πλούτου της χώρας και το φτωχότερο 50% του γερμανικού πληθυσμού καρπούται μόλις το 2,5% του συνολικού πλούτου της χώρας. Στις συνθήκες αυτές το 25% του συνολικού πληθυσμού(124 εκατομ. άτομα) στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συνταξιούχοι και από αυτούς τα 17,3 εκατομ., δηλαδή 18,2% των συνταξιούχων απειλούνται από τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό σημαίνει ότι το μέσο επίπεδο της συνταξιοδοτικής δαπάνης που κατανέμεται στους συνταξιούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης από 9,2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ το 2018 θα διαμορφωθεί, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο 11,8% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ το 2060.

Αντίστοιχα, η κατά κεφαλή κοινωνική δαπάνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση από 7.700 ευρώ το 2018 θα διαμορφωθεί στο επίπεδο των 8.900 ευρώ το 2060. Τα δεδομένα αυτά έχουν προκαλέσει ανησυχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα στην προοπτική των ευρωεκλογών, δεδομένου ότι η λιτότητα, οι εισοδηματικές-κοινωνικές ανισότητες , η φτωχοποίηση, η επιβράδυνση και η ενδεχόμενη στο άμεσο μέλλον ύφεση, έχουν τροφοδοτήσει και τροφοδοτούν τη διεύρυνση της επιρροής εθνοτικών και εθνικιστικών πολιτικών δυνάμεων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και αντίστοιχες συμπεριφoρές απέναντι στα νέα προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα προς την Ευρώπη.

Παράλληλα, η μείωση (Eurostat) της βιομηχανικής παραγωγής στην ευρωζώνη κατά 4,2% σε ετήσια βάση, εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει συνθήκες επιβράδυνσης των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας, απειλώντας με ενδεχόμενη δημιουργία συνθηκών ύφεσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην προοπτική αυτή, σε συνδυασμό με τις αναμενόμενες ανακατατάξεις που θα σημειωθούν στις επερχόμενες (26/5/2019) ευρωεκλογές στον συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το διακύβευμα για το μέλλον της Ένωσης περιπλέκεται και οξύνεται ακόμη περισσότερο.

Αυτό σημαίνει, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά την πρώτη πενταετία της δεκαετίας του 2020, δεν θα κεφαλαιοποήσει, όπως στο παρελθόν, τις διεκδικήσεις των κοινωνικών κινημάτων και των πολιτικών δυνάμεων που προέβαλαν και προβάλλουν με ιδιαίτερη έμφαση την αναγκαιότητα αλλαγής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στην παραγωγή, στην αγορά εργασίας και στο κοινωνικό κράτος, με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για την εξάπλωση των κινημάτων και των διεκδικήσεων αμφισβήτησης του συγκεκριμένου ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Πηγή: topontiki.gr