Γυρίσαμε την πλάτη στη μεσογειακή διατροφή

Εμμονικοί με το κρέας, καταναλώνουμε όλο και λιγότερα φρούτα, λαχανικά και ψάρια παρά τη μεγάλη ποικιλία αυτών των διατροφικών προϊόντων που προσφέρει ο ίδιος μας ο τόπος. Αν και συνηθίζουμε να διαφημίζουμε την ανάδειξη της ελληνικής μεσογειακής δίαιτας ως πρότυπο υγιεινής διατροφής, απομακρυνόμαστε με μεγάλη ταχύτητα από αυτή, τη στιγμή που ολοένα περισσότερες χώρες της Δύσης και του Βορρά προσπαθούν να την υιοθετήσουν. Οι μεγάλοι χαμένοι, οι νεότερες γενιές που μεγαλώνουν σε ένα διατροφικό περιβάλλον που αντί να τους προστατεύει, υποθηκεύει την υγεία τους.

Τη διατροφική «κατολίσθηση» των Ελλήνων καταδεικνύει μελέτη της Εurostat, σύμφωνα με την οποία οι Ελληνες δεν «περνούν τη βάση» της Ε.Ε. στην κατανάλωση φρούτων και λαχανικών τα οποία αποτελούν βασικά συστατικά κάθε υγιεινής διατροφής. Ειδικότερα, από τα στοιχεία της Eurostat για το 2017, που δημοσιοποιήθηκαν πριν από λίγες ημέρες, προκύπτει ότι καθημερινή κατανάλωση φρούτων δήλωσε ότι κάνει το 51% των Ελλήνων, έναντι του 64% που είναι ο μέσος όρος των χωρών της Ε.Ε. Μάλιστα, η επίδοση αυτή είναι πολύ μακριά σε σχέση με τις άλλες μεσογειακές χώρες όπως η πρώτη στη σχετική λίστα Ιταλία (85% των Ιταλών δηλώνουν ότι καταναλώνουν σε καθημερινή βάση φρούτα), η Πορτογαλία (81%) και η Ισπανία (77%). Αντίστοιχα, το 60% των Ελλήνων δηλώνει ότι καταναλώνει σε καθημερινή βάση λαχανικά, όταν ο μέσος όρος των χωρών της Ευρώπης είναι 64%. Στις πρώτες θέσεις στην κατανάλωση λαχανικών είναι η Ιρλανδία και το Βέλγιο (84%) και η Ιταλία (80%).

Αναλύοντας τη συχνότητα κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών στην Ελλάδα προκύπτουν τα εξής στοιχεία: Δύο ή και περισσότερα φρούτα την ημέρα καταναλώνει μόλις ένας στους επτά Ελληνες και το 37,1% «μένει» στο ένα φρούτο ημερησίως. Οι υπόλοιποι καταναλώνουν φρούτα με χαμηλότερη συχνότητα. Αντίστοιχα, το 11% καταναλώνει λαχανικά τουλάχιστον δύο φορές την ημέρα και το 48,6% μία φορά την ημέρα. Και αυτά όταν η γνωστή πυραμίδα της μεσογειακής διατροφής «επιβάλλει» την κατανάλωση σε καθημερινή βάση τριών μικρομερίδων φρούτων (αδρά κάθε μία αντιστοιχεί σε ένα πορτοκάλι, ένα μήλο 80 γρ., 30 γρ. σταφύλι, μία μπανάνα 60 γρ.) και έξι μικρομερίδων λαχανικών (περίπου 100 γραμμάρια εκάστη).

Το «μενού» των Ελλήνων

Σύμφωνα με την πανελλαδική –και τελευταία– μελέτη Υδρία του Ελληνικού Ιδρύματος Υγείας, η οποία διενεργήθηκε το 2014 σε 4.000 ενήλικες Ελληνες, η μέση καθημερινή κατανάλωση λαχανικών στη χώρα μας είναι 188 γραμμάρια και η μέση καθημερινή κατανάλωση φρούτων 117 γραμμάρια. Κατά μέσον όρο οι Ελληνες καταναλώνουν καθημερινά περισσότερα από 200 γραμμάρια δημητριακών και αντίστοιχη ποσότητα γαλακτοκομικών προϊόντων, περίπου 80 γραμμάρια κρέατος, και μόλις 25 γραμμάρια (κατά μέσον όρο πάντα) ψαριών. Τα άτομα ηλικίας άνω των 65 εκφράζουν ακόμη παραδοσιακές συνήθειες με μέση κατανάλωση 226 γραμμαρίων φρούτων και 254 γραμμαρίων λαχανικών την ημέρα.

Αντίστοιχα, στις ηλικίες κάτω των 65 ετών, η κατανάλωση είναι 130 γραμμάρια φρούτων και 193 γραμμάρια λαχανικών ανά ημέρα. Στις νεότερες ηλικίες η μέση κατανάλωση κρέατος αγγίζει τα 100 γραμμάρια την ημέρα, ενώ στις μεγαλύτερες ηλικίες είναι περίπου 55 γραμμάρια την ημέρα.

«Τα τελευταία 40 χρόνια υπάρχει μία τεράστια αλλαγή στις διατροφικές επιλογές των Ελλήνων», τονίζει στην «Κ» η καθηγήτρια και πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Υγείας κ. Αντωνία Τριχοπούλου. Οπως επισημαίνει, από τη δεκαετία του 1970 έως και το 2005 καταγράφεται μία συστηματική εγκατάλειψη της μεσογειακής δίαιτας με αύξηση στην κατανάλωση του κρέατος και των γαλακτοκομικών και μείωση της κατανάλωσης φρούτων, λαχανικών και ψαριών. Η κατανάλωση κρέατος έχει γίνει πλέον καθημερινή, όταν η μεσογειακή δίαιτα επιβάλλει τη λήψη κρέατος μία φορά την εβδομάδα. Αυτό που παρατηρείται επίσης είναι μία αύξηση στην κατανάλωση αλκοόλ από τις γυναίκες και μη αλκοολούχων ποτών –με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη– από τους άνδρες. «Ειδικά την τελευταία δεκαετία αυτές οι διατροφικές αλλαγές παγιώθηκαν», σημειώνει η κ. Τριχοπούλου. Την ίδια στιγμή η τάση διεθνώς είναι η υιοθέτηση της μεσογειακής δίαιτας με προσαρμογές από τις χώρες ανάλογα με το τι αυτές παράγουν. Οπως σημειώνει ενδεικτικά η καθηγήτρια, «στις Σκανδιναβικές χώρες έχει επικρατήσει ένα διατροφικό μοντέλο (Nordic Diet) που μοιάζει με τη μεσογειακή δίαιτα με έμφαση στο ψάρι και στα δημητριακά ολικής αλέσεως και χωρίς ελαιόλαδο. Στις ΗΠΑ στις τελευταίες διατροφικές οδηγίες προσέθεσαν στοιχεία της μεσογειακής δίαιτας».

Στην ερώτηση γιατί οι Ελληνες εγκαταλείπουν τη μεσογειακή δίαιτα, η κ. Τριχοπούλου απαντά, «ζούμε σε ένα παρελθόν. Θεωρούμε ότι αυτό που είχαμε συνεχίζουμε να το έχουμε, βασιζόμενοι κυρίως στο ελαιόλαδο. Μας αρέσουν τα παραδοσιακά εδέσματα, αλλά θα προσθέσουμε και μία μερίδα κρέας».

Κακή διατροφή, δυσοίωνο μέλλον

«Η διατροφή σχετίζεται άμεσα με την υγεία. Τώρα που όλοι μιλάνε για επενδύσεις, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη επένδυση από αυτή. Ενας γερασμένος, μη υγιής πληθυσμός όπου το άνθος των εκπαιδευμένων φεύγει για το εξωτερικό, δεν χρειάζεται και μεγάλη σοφία για να μαντέψουμε πού οδεύει», τονίζει στην «Κ» η πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Υγείας κ. Αντωνία Τριχοπούλου. Η ίδια κάνει αναφορά στην πρόσφατη δημοσίευση του πρακτορείου Bloomberg για τους πιο υγιείς λαούς για το 2019, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται 26η –σε σύνολο 169– έχοντας χάσει όμως έξι θέσεις σε σχέση με το 2017. Στην πρώτη θέση ανέβηκε η Ισπανία –ρίχνοντας από το βάθρο την Ιταλία– με το ίδιο το πρακτορείο στο δημοσίευμα να αναρωτιέται: «Mπορεί να είναι κάτι στην γκασπάτσο (παραδοσιακή κρύα σούπα της Ισπανίας) ή στην παέγια». Αλλωστε, για την έκδοση του καταλόγου ελήφθησαν υπόψη και παράγοντες που σχετίζονται με τη διατροφή όπως το προσδόκιμο επιβίωσης, η παχυσαρκία, η συχνότητα των καρδιαγγειακών παθήσεων κ.ά. «Είναι κρίμα αυτό που συμβαίνει στη Ελλάδα, όσον αφορά τις διατροφικές μας συνήθειες. Ακόμη περισσότερο το μέλλον διαγράφεται προβληματικό για τη νέα γενιά», επισημαίνει η κ. Τριχοπούλου, καταλήγοντας, «για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση χρειάζεται συστηματική εργασία. Ενα μακροπρόθεσμο σχέδιο που να εφαρμόζεται και κυρίως να ελέγχεται η αποτελεσματικότητά του».

Πηγή: kathimerini.gr