Από τη Συνθήκη του Λονδίνου στη ναυμαχία του Ναβαρίνου

Η στάση των μεγάλων Δυνάμεων στο ελληνικό ζήτημα υπαγορευόταν σταθερά από την αμοιβαία καχυποψία μήπως μία εξ αυτών αποκτήσει τον έλεγχο του νέου κράτους που θα είχε στρατηγική θέση στη Μεσόγειο.

Η εκλογή Καποδίστρια στις 3 Απριλίου 1827 από τη Γ’ Εθνοσυνέλευση και η προσέγγιση Ρωσίας – Γαλλίας, σε συνδυασμό με την αδιαλλαξία της Πύλης, οδήγησε και την Αγγλία να συναινέσει σε αποδοχή της ελληνικής ανεξαρτησίας – η Γ’ Εθνοσυνέλευση φρόντιζε άλλωστε να την εξευμενίσει ορίζοντας δύο Βρετανούς, τον Τσωρτς και τον Κόχραν, ως επικεφαλής του στρατού και του στόλου αντίστοιχα.

Καρπός αυτής της σύγκλησης ήταν η υπογραφή στις 24 Ιουνίου/6 Ιουλίου 1827 της Συνθήκης του Λονδίνου. Με τη συνθήκη αυτή, που υπέγραψαν ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας κόμης Ντάντλεϋ και οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Ρωσίας στο Λονδίνο (δούκας Πολινιάκ και Χρ. Λίβεν), ουσιαστικά επαναλαμβάνονταν οι όροι του Πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως (1826) για ένα αυτόνομο, φόρου υποτελές στο σουλτάνο κράτους. Το κείμενο της συνθήκης αρχίζει με αναφορές στην ανάγκη προστασίας του διεθνούς εμπορίου (η πειρατεία ήταν μείζον ζήτημα), στην αίτηση προστασίας προς την Αγγλία και σε «ανθρωπιστικούς» λόγους.

Οι τρεις Δυνάμεις απαιτούσαν ανακωχή και έναρξη διαπραγματεύσεων, ενώ μυστικό άρθρο συμπλήρωνε πως αν η Τουρκία εξακολουθούσε να αρνείται αυτή την πρόταση, οι Δυνάμεις θα την εξανάγκαζαν, στέλλοντας προξένους στην ελεύθερη Ελλάδα και επιβάλλοντας βιαίως την κατάπαυση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η είδηση της συνθήκης (δημοσιεύθηκε στους «Times» της 12ης Ιουλίου 1827) πανηγυρίστηκε στην Ελλάδα, που αποδέχθηκε αμέσως την ανακωχή, ενώ οι Τούρκοι, βασιζόμενοι στις επιτυχίες του Ιμπραήμ και του Κιουταχή, αντέδρασαν με ειρωνείες. Η Συνθήκη του Λονδίνου όμως, πέρα από την πρόδηλη ηθική σημασία της, σύντομα οδηγούσε σε de facto επιβολή ανακωχής και αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων, γεγονότα που θα προκαλούσαν τον Οκτώβριο του 1827 τη ναυμαχία του Ναβαρίνου και μερικούς μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1828, τον ρωσοτουρκικό πόλεμο.

Πιο συγκεκριμένα: Στις 4/16 Αυγούστου 1827, με κοινή διακοίνωση, οι τρεις πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη ζήτησαν την αποδοχή των όρων του πρωτοκόλλου εντός 15 ημερών. Αδιάλλακτη η Πύλη διέταξε αποστολή νέων ενισχύσεων στην Πελοπόννησο, όπου ο Ιμπραήμ συνέχιζε να καίει και να λεηλατεί. Ο Άγγλος ναύαρχος Κόδριγκτον και ο Γάλλος Δεριγνύ ανακοίνωσαν τότε στον τουρκικό και αιγυπτιακό στόλο που βρισκόταν στο Ναβαρίνο ότι βάσει της Συνθήκης του Λονδίνου απαγορευόταν πλέον οποιαδήποτε μεταφορά στρατού και εφοδίων στην εμπόλεμη περιοχή.

Επιπλέον προειδοποιούσαν ότι αν αγγλικό πλοίο δεχόταν έστω μία κανονιά, θα κατέστρεφαν ολόκληρο τον τουρκικό στόλο. Ο Ιμπραήμ απάντησε ότι θα περίμενε νέες οδηγίες. Όταν η καταστροφή τουρκικού στολίσκου στον κόλπο της Ιτέας προκάλεσε απόπειρα εξόδου τουρκικών πλοίων από το Ναβαρίνο, ο Κόδριγκτον με σφοδρά πυρά ανάγκασε αυτά να υποχωρήσουν.

Οι Τουρκοαιγύπτιοι συνέχιζαν την καταστρεπτική τους δράση, οπότε οι τρεις ναύαρχοι (είχε φθάσει στο μεταξύ και ο Ρώσος Χέυδεν) ζήτησαν εκ νέου από τον Ιμπραήμ άμεση κατάπαυση του πυρός, αποφασίζοντας μάλιστα να εισέλθουν στο λιμάνι για να επιδώσουν προσωπικά τις προτάσεις τους. Διέθεταν μόλις 27 πλοία έναντι 89 των Τουρκοαιγυπτίων. Στις 8/20 Οκτωβρίου οι τρεις συμμαχικές ναυτικές μοίρες καθώς εισέρχονταν στον κόλπο του Ναβαρίνου δέχθηκαν τουρκικά πυρά, από τα οποία φονεύθηκε ο υποπλοίαρχος Φίτζροϋ. Ανταπέδωσαν αμέσως. Η σφοδρή ναυμαχία που ακολούθησε και κράτησε τέσσερις ώρες είχε ως αποτέλεσμα την ολική καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου.

Ένα σπουδαίο γεγονός της ευρωπαϊκής ιστορίας, ένα αποφασιστικό βήμα για την τελική νίκη της Επανάστασης, είχε μόλις συντελεστεί. Οι Έλληνες πανηγύρισαν με ενθουσιασμό τη νίκη των ευρωπαϊκών πλοίων, ενώ ικανοποίηση εκφράστηκε (έστω συγκεκαλυμμένα) και από τις δυτικές κυβερνήσεις, με εξαίρεση την πάντα αντιδραστική Αυστρία του Μέττερνιχ. Οι τρεις πρέσβεις των Δυνάμεων στην Πύλη υπεδείκνυαν πλέον στον Ρεΐζ εφέντη να επιρριφθεί κάθε ευθύνη στον Ιμπραήμ, ώστε να αποφευχθεί η πλήρης ρήξη στις σχέσεις τους. Ο σουλτάνος παρέμεινε όμως αδιάλλακτος και τον Δεκέμβριο οι τρεις πρέσβεις αναχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη. Έξω φρενών ο Μαχμούτ, με πολεμικό προσκλητήριο προς τους πασάδες, απειλούσε τη Ρωσία με ιερό πόλεμο.

Ο τουρκικός φανατισμός σε εκείνη ακριβώς τη φάση θα ενθαρρυνθεί από την επαμφοτερίζουσα (μετά τον θάνατο του Κάνινγκ) στάση της Αγγλίας, που από τις αρχές του 1828, με πρωθυπουργό τον Ουέλλιγκτον, γίνεται φιλικότερη προς την Τουρκία και αρνητική στο θέμα της διεύρυνσης των ελληνικών συνόρων, ενάντια στις σχετικές ρωσικές προτάσεις, όπως φαίνεται σε βρετανικά αρχεία της εποχής που μαρτυρούν για τον φόβο μήπως η υπέρμετρη εξασθένηση της Τουρκίας ευνοήσει την προώθηση της Ρωσίας. Έτσι ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Ντάντλεϋ απορρίπτει τον Φεβρουάριο του 1828 πρόταση για κοινή στρατιωτική δράση των Δυνάμεων, με το επιχείρημα ότι αυτή «θα θέση εις συναγερμόν την Ευρώπην και θα φέρη εις την επιφάνειαν πάθη επικίνδυνα διά την ειρήνην της». Συγχρόνως η Αγγλία προσπαθεί να προσεταιριστεί τη Γαλλία για να συνάψουν μια χωριστή συμφωνία, ερμηνευτική της Συνθήκης του Λονδίνου.

Στην Ελλάδα όμως είχε επέλθει ήδη μια τεράστιας σημασίας μεταβολή. Από τον Ιανουάριο του 1828 αφικνείται ο Ιωάννης Καποδίστριας, που θα δώσει στην Επανάσταση νέα πνοή. Οι διπλωματικοί αγώνες του για τη χάραξη των συνόρων τού νεοελληνικού κράτους αποτελούν χωρίς υπερβολή εκπληκτικό επίτευγμα – μάθημα και υπόδειγμα στρατηγικής. Η κεντρική του επιδίωξη ήταν διττή. Αφ’ ενός να μεταστρέψει την απόφαση των Δυνάμεων για ένα κράτος αυτόνομο προς πλήρη ανεξαρτησία χωρίς δεσμεύσεις (όπως ο φόρος υποτέλειας ή συμμετοχή της Πύλης στην εκλογή του ηγεμόνα) και αφ’ ετέρου να εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή εδαφική βάση, με διεύρυνση των συνόρων.

Θεμελιώδης αρχή της διπλωματικής στρατηγικής του, η πολιτική ίσης φιλίας προς τις τρεις Δυνάμεις. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η θητεία στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών έκανε τον Καποδίστρια ρωσόφιλο. Θα ήταν σφάλμα. Γνώριζε ότι αποκλίσεις και άστοχοι χειρισμοί σε αυτό το ζήτημα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μη εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου αλλά και να προκαλέσουν αρνητικότατη για τα ελληνικά συμφέροντα διαμάχη των Δυνάμεων.

Η τακτική του, η πολιτική τού «διά βαθμών προχωρείν», σύμφωνα με τις υπάρχουσες δυνατότητες και συνθήκες, συνίστατο στο να μη θέτει εξαρχής όλες τις διεκδικήσεις. Σύντομα, ο άκριτος τουρκικός φανατισμός και η σκλήρυνση της ρωσικής στάσης θα τον δικαίωναν. Στις 29 Φεβρουαρίου 1828 ο πρέσβης του Τσάρου στο Λονδίνο Λίβεν επέδιδε στο αγγλικό υπουργείο Εξωτερικών έγγραφο με το οποίο ανήγγελλε ότι η Ρωσία θα προχωρούσε μονομερώς σε πόλεμο προκειμένου να υποχρεώσει την Τουρκία να αποδεχθεί τη Συνθήκη του Λονδίνου.

Κώστας Χατζηαντωνίου

Πηγή: topontiki.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *