Η σφαγή της Χίου – 200 χρόνια μετά

(Φωτ. Η πιο εμβληματική αποτύπωση της αιματηρής σφαγής έγινε από τον μεγάλο Γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά στον διάσημο ομώνυμο πίνακα του που εκτέθηκε στο Salon του Παρισιού το 1824)

Ήταν άνοιξη του 1822 όταν ένας στόλος από τη Σάμο εμφανίστηκε στα ανοιχτά της Χίου. Επικεφαλής της νηοπομπής ήταν ο αρχηγός της επανάστασης στη Σάμο Λυκούργος Λογοθέτης, ο οποίος πήγε στο νησί ύστερα από προτροπή του Χιώτη Αντωνίου Μπουρνιά με περίπου 1.500-2.000 άνδρες, έχοντας ως βασική αποστολή να πείσει τους κατοίκους του να προσχωρήσουν στην Επανάσταση.

Τα νέα έφτασαν σύντομα στην Υψηλή Πύλη και η αντίδραση του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ ήταν άμεση. Το ημερολόγιο έγραφε 30 Μαρτίου του 1822 όταν ο Καρά Αλής έλαβε την εντολή να μεταβεί στο νησί με πανίσχυρο στόλο και να καταπνίξει την εξέγερση. Πράγματι, αποβιβάζοντας στην ακτή 7.000 άνδρες και με τη συνδρομή της τουρκικής φρουράς κατάφερε να την καταστείλει εύκολα και σύντομα, εκμεταλλευόμενος ταυτόχρονα τους κακούς χειρισμούς και τις έριδες με αφορμή την αρχηγία μεταξύ Μπουρνιά και Λογοθέτη.

Ο τουρκικός στόλος αγκυροβολεί στο βόρειο τμήμα του νησιού. Λίγες ώρες μετά το πλήρωμα ενώνεται με άλλους ομοεθνείς τους που βγήκαν από το κάστρο όπου είχαν βρει καταφύγιο και ξεκινούν τη σφαγή, τις λεηλασίες και την πυρπόληση της πόλης προς παραδειγματισμό των υπόδουλων Ελλήνων. Μάλιστα, ο Λογοθέτης και ο Μπουρνιάς αποχώρησαν προς το εσωτερικό του νησιού, λέγοντας τη φράση: «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Ολόκληρος σχεδόν ο πληθυσμός αφανίστηκε, το νησί μετατράπηκε σε ένα απέραντο σφαγείο και η θάλασσα σε υγρό νεκροταφείο. Μια ανείπωτη τραγωδία είχε συντελεστεί. Υπολογίζεται ότι από τους 117.000 χριστιανούς κατοίκους του νησιού, 42.000 σφαγιάστηκαν, 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και 23.000 διέφυγαν προς τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδας και τη Δυτική Ευρώπη, τη στιγμή που οι Τούρκοι έχασαν περίπου 600 άνδρες. 

Η διαταγή του Σουλτάνου ήταν ξεκάθαρη και προέβλεπε τη θανάτωση βρεφών έως τριών ετών, των αγοριών άνω των δώδεκα ετών, των γυναικών άνω των σαράντα ετών και την αιχμαλωσία κοριτσιών και γυναικών από τριών έως σαράντα ετών, και αγοριών από τριών έως δώδεκα ετών. Όσοι επιζούσαν, θα πουλιούνταν ως σκλάβοι. Θα γλίτωναν μόνο όσοι θα ασπάζονταν τον μωαμεθανισμό.

Συγχρόνως, ο Οθωμανός διοικητής του νησιού Βαχήτ Πασάς είχε τάξει στους στρατιώτες του ότι όσο περισσότερες γλώσσες, κεφάλια ή αυτιά τού πήγαιναν, τόσο περισσότερα κέρδη θα είχαν. Μάλιστα, οι εισβολείς, ανήμερα Κυριακή του Πάσχα του 1822, μπήκαν στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά από ένα μικρό άνοιγμα που υπήρχε στον περίβολο και κατέσφαξαν περίπου 3.000 Χιώτες που είχαν κρυφτεί εκεί ‒ το μοναστήρι το πυρπόλησαν. Η αναμενόμενη βοήθεια από τα γύρω νησιά και την Πελοπόννησο δεν ήρθε παρά μόνο όταν ήταν ήδη πολύ αργά.

Αναμφίβολα, η Σφαγή της Χίου ήταν μια αποτρόπαια ανθρωπιστική τραγωδία η οποία είχε ως στόχο να λειτουργήσει ως αντίποινα στον ξεσηκωμό των Χιωτών που αποφάσισαν να ταχθούν υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα η Χίος διέθετε μια μεγάλη και ακμάζουσα ελληνική κοινότητα που ευημερούσε χάρη στην καλλιέργεια και το εμπόριο της μαστίχας και στη ναυτική δραστηριότητα. Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια είχε εξασφαλίσει μια σειρά ελευθεριών από τους Οθωμανούς, που λειτούργησαν καταλυτικά στην οικονομική ανάπτυξη των κατοίκων της.

Τελικά, οι μαζικές εκκαθαρίσεις διήρκεσαν περίπου τέσσερις μήνες. Ο απολογισμός της θηριωδίας ήταν τρομακτικός. Η πόλη και τα χωριά καταστράφηκαν. Ολόκληρος σχεδόν ο πληθυσμός αφανίστηκε, το νησί μετατράπηκε σε ένα απέραντο σφαγείο και η θάλασσα σε υγρό νεκροταφείο. Μια ανείπωτη τραγωδία είχε συντελεστεί. Υπολογίζεται ότι από τους 117.000 χριστιανούς κατοίκους του νησιού, 42.000 σφαγιάστηκαν, 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και 23.000 διέφυγαν προς τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδας και τη Δυτική Ευρώπη, τη στιγμή που οι Τούρκοι έχασαν περίπου 600 άνδρες.

Τα αιματηρά γεγονότα της Χίου, όμως, είχαν τεράστια επίδραση στην Ευρώπη, προκαλώντας τον αποτροπιασμό της κοινής γνώμης, που ξεσηκώθηκε. Έτσι το κίνημα του φιλελληνισμού ενισχύθηκε και ο αγώνας για την ανεξαρτησία απέκτησε πολυάριθμους οπαδούς. Η αδιανόητη καταστροφή της Χίου, όμως, αποτέλεσε και πηγή έμπνευσης σπουδαίων προσωπικοτήτων. Η πιο εμβληματική αποτύπωση της αιματηρής σφαγής έγινε από τον μεγάλο Γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά στον διάσημο ομώνυμο πίνακα του που εκτέθηκε στο Salon του Παρισιού το 1824. Σε αυτό το εικαστικό αριστούργημα διακρίνονται ο θρήνος, η ατίμωση, η σκλαβιά, ο πόνος, ο θάνατος, η οδύνη, τα ματωμένα ρούχα. Αναμφίβολα, η ατμόσφαιρα της ολικής καταστροφής που απεικονίζεται στο συγκεκριμένο έργο έμελλε να αποτελέσει ένα ορόσημο στη ζωγραφική τέχνη.

Από τη σφαγή των χιλιάδων Ελλήνων της Χίου εμπνεύστηκε και ο Βικτόρ Ουγκό για το ποίημά του «Το Ελληνόπουλο». Γράφει σ’ αυτό: «Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα. Η Χίος, τ’ όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα, με τα κρασιά, με τα δεντρά, τ’ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια και στον χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια καθρέφτιζε μέσ’ στα νερά. Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στον βράχο, στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο κάθεται, σκύβει θλιβερά το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη μέσ’ την αφάνταστη φθορά»…συνέχεια

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *