«Παίζοντας» τον γιατρό, παίζουμε με την υγεία μας

«Ανίατες παθήσεις» στην Ελλάδα , η πρακτική της αυτοδιάγνωσης και η κατάχρηση φαρμάκων – Ο διάλογος για την υποχρεωτική συνταγογράφηση όλων των σκευασμάτων και η ιδιαιτερότητα των αντιβιοτικών

Στη χώρα μας η κατάχρηση φαρμάκων είναι μία ακόμη νόσος και όχι πάντα ανώδυνη. Ενας στους δύο πελάτες που θα μπουν σε ένα φαρμακείο, θα ζητήσουν κάποιο φάρμακο χωρίς ιατρική συνταγή. Δηλαδή, ένας στους δύο πελάτες θα έχει αναλύσει τα συμπτώματα, θα έχει κάνει μόνος του διάγνωση και θα έχει συνταγογραφήσει στον εαυτό του το κατάλληλο, κατά τη γνώμη του, φάρμακο, με βάση όσα διάβασε στο Διαδίκτυο, όσα άκουσε από έναν φίλο ή μια παλιότερη διάγνωση, όταν είχε παρόμοια συμπτώματα.

«Στην Ελλάδα, όπως είμαστε λίγο δικηγόροι, είμαστε και λίγο γιατροί» σημειώνει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιά Νικόλαος Πλατανησιώτης.

Οπως εξηγεί στο «Βήμα», σε ολόκληρη την Ευρώπη τα φάρμακα συνταγογραφούνται, με λίγες εξαιρέσεις όπως η παρακεταμόλη: «Ενας γιατρός θα πάρει το ιστορικό του ασθενούς, θα γίνει η κλινική εξέταση, θα δοθεί η θεραπεία και, τέλος, η φαρμακευτική αγωγή θα είναι το επιστέγασμα. Αν παρακάμψουμε την κανονική σειρά και πάμε κατευθείαν στο τελευταίο βήμα, τη φαρμακευτική αγωγή, σύμφωνα με τη συμπτωματολογία του γείτονα για παράδειγμα, θα οδηγηθούμε σε λάθος θεραπεία και σε επικίνδυνες για την υγεία, ακόμη και για τη ζωή καταστάσεις».

«Θα πάω σε άλλο φαρμακείο»

Τι γίνεται, όμως, όταν ένας φαρμακοποιός αρνηθεί να δώσει στον ασθενή το φάρμακό που θέλει; «Συνήθως, ακούμε τη φράση «θα πάω σε άλλο φαρμακείο»» λέει ο Γιώργος Νυχάς, φαρμακοποιός στην Καλλιθέα. Οπως εξηγεί, οι πελάτες-ασθενείς θεωρούν ότι γνωρίζουν καλύτερα τον εαυτό τους, τι νιώθουν και τι χρειάζονται. «Ενας φίλος μου είχε πίεση… και πήρε αυτό», «Πριν δύο χρόνια είχα το ίδιο αίσθημα και πήρα αυτό το φάρμακο», είναι μερικά από τα… επιχειρήματα.

«Το να πάρεις το φάρμακο είναι ένα πράγμα, το να ξέρεις πώς να το λάβεις είναι το δεύτερο και σημαντικότερο» συνεχίζει ο Γιώργος Νυχάς, που αρνείται κατηγορηματικά να δώσει σε ασθενείς φάρμακα χωρίς μαύρο κουπόνι (συνταγογραφούμενα), ερχόμενος συχνά αντιμέτωπος με την γκρίνια των καταναλωτών.

«Αντιβηχικά, φάρμακα για την υπέρταση, για το ζάχαρο, ήπια αντιπηκτικά για χρόνιες παθήσεις, αναλγητικά, ορθοπαιδικά είδη, δερματικές κρέμες» ζητούν συνήθως οι ασθενείς χωρίς ιατρική συνταγή. Αλλη μία πρακτική είναι οι πολίτες να «δανείζονται» φάρμακα από τον φαρμακοποιό και στη συνέχεια να πιέζουν τον γιατρό τους για να τους το γράψει, αφού το έχουν προμηθευτεί ήδη. «Κακοί επαγγελματίες και κακοί ασθενείς» σχολιάζει ο φαρμακοποιός.

Ο διάλογος για τη συνταγογράφηση

Είναι όμως λύση η συνταγογράφηση σε όλα τα φάρμακα; Για τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιά, δεν υπάρχει ισχυρός αντίλογος στην υποχρεωτική συνταγογράφηση, αφού ισχύει και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πρόσφατα, ο Σύλλογος χαιρέτισε την απόφαση του υπουργείου Υγείας να χορηγούνται μόνο με ιατρική συνταγή ορισμένες νέες κατηγορίες φαρμάκων, όπως αντιβηχικά, αντιφλεγμονώδη και αντιεμετικά: «Η απόφαση αυτή είναι μία επιπλέον δικαίωση των θέσεων του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιά. Ευελπιστούμε ότι η απόφαση αυτή θα επεκταθεί σε όλες τις κατηγορίες φαρμάκων ώστε να μειωθεί περαιτέρω η πολυφαρμακία στη χώρα μας και τα φάρμακα να χορηγούνται σε αυτούς που τα έχουν πραγματικά ανάγκη».

«Υπέρ της συνταγογράφησης ναι, αλλά να λάβουμε υπ’ όψιν μας το θέμα του κόστους» απαντά η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημόσιων Νοσοκομείων, προσθέτοντας: «Τη διαφορά μεταξύ ασφαλιστικής και λιανικής τιμής την πληρώνουν οι ασθενείς. Ετσι, η συμμετοχή του ασθενούς μπορεί τελικά από το 25% να φτάσει ακόμα και στο 80% για ένα φάρμακο».

O Γιώργος Νυχάς προσθέτει την παράμετρο της αυστηροποίησης των ελέγχων: «Η πλήρης συνταγογράφηση δεν είναι λύση. Λύση είναι η αυστηροποίηση των ελέγχων στα συνταγογραφούμενα φάρμακα. Ετσι μόνο θα μειωθούν και οι ελλείψεις».

Η περίπτωση των αντιβιοτικών

«Ανίατη πάθηση» μοιάζει στην Ελλάδα και η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών, μια από τις κυριότερες αιτίες των νοσοκομειακών λοιμώξεων. Τρεις στους τέσσερις Ελληνες έχουν πάρει αντιβιοτικά χωρίς να τα χρειάζονται. «Με ένα λάθος αντιβιοτικό δεν θα σκοτώσεις το μικρόβιο, το μικρόβιο είναι ένας ζωντανός οργανισμός που δημιουργεί άμυνες, και αυτό σημαίνει ότι θα αποκτήσει μεγαλύτερη αντοχή. Με την πολυφαρμακία που υπάρχει στη χώρα μας, έχουμε πολλά ανθεκτικά μικρόβια που υποχωρούν δύσκολα με μία αντιβίωση. Γι’ αυτόν τον λόγο, παγκοσμίως, οι αντιβιώσεις συνταγογραφούνται από τον γιατρό μετά από εξέταση» επισημαίνει ο Νικόλαος Πλατανησιώτης. Από τότε που η συνταγογράφηση των αντιβιοτικών έγινε υποχρεωτική, η μείωση στην κατανάλωση ήταν 18-19%. «Ο προσωπικός γιατρός και η άυλη συνταγογράφηση είναι σύμμαχοι των ασθενών» προσθέτει. «Η υποχρεωτική συνταγογράφηση των αντιβιοτικών μάς έβγαλε από τη δύσκολη θέση να αρνούμαστε να χορηγούμε αντιβιοτικά χωρίς συνταγή» λέει από την πλευρά του ο Γιώργος Νυχάς.

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Φαρμακοβιομηχανίας Θεόδωρος Τρύφων χαρακτηρίζει σωστή την οδηγία για υποχρεωτική συνταγογράφηση των αντιβιοτικών, τα οποία πολλοί ασθενείς κατανάλωναν χωρίς να χρειάζονται. Παράλληλα, δίνει τη δική του εκδοχή για το φαινόμενο της πολυφαρμακίας: «Σε όλη την Ευρώπη έχει αυξηθεί η πρόσβαση σε φάρμακα. Ωστόσο, στην Ελλάδα, δύο είναι οι βασικοί λόγοι της αυξημένης πρόσβασης. Αρχικά, μιλάμε για έναν γερασμένο πληθυσμό και δεύτερον, έχουν αλλάξει οι θεραπευτικές οδηγίες τα τελευταία 15 χρόνια. Ουσιαστικά, κάποια φάρμακα, κυρίως για το καρδιομεταβολικό, χρησιμοποιούνται και για προληπτικούς λόγους, ώστε στο μέλλον να μην παρατηρούνται μεγάλα ποσοστά εισαγωγών στα νοσοκομεία».

Κίνδυνος ακόμη και από αντιβηχικά

Ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιά Νικόλαος Πλατανησιώτης εξηγεί πώς κάποια από τα φάρμακα (ακόμη και από τα φαινομενικά «αθώα») που λαμβάνονται από τα φαρμακεία χωρίς ιατρική συνταγή μπορούν να γίνουν επικίνδυνα. Αναφέρει το παράδειγμα του βήχα, αφού τα αντιβηχικά είναι τα συχνότερα «αυτοσυνταγογραφούμενα» φάρμακα. «Αν ο ασθενής έχει βήχα, συχνά προμηθεύεται ένα απλό αντιβηχικό, συνήθως γιατί από κάποιον φίλο ή συγγενή άκουσε ότι το συγκεκριμένο αντιβηχικό έκανε καλή δουλειά… Εάν, όμως, ο βήχας είναι παραγωγικός και ο ασθενής πάρει ένα απλό αντιβηχικό, τότε το σίγουρο είναι ότι θα οδηγηθεί σε πνευμονία και στο τέλος ο ασθενής ενδέχεται να βρεθεί στο νοσοκομείο. Με ένα αντιβηχικό το οποίο σταματά τον βήχα, το μικρόβιο παραμένει μέσα, αναπτύσσεται και δημιουργεί μεγαλύτερο πρόβλημα» περιγράφει.

Συμβουλές από το… Internet

Υπάρχουν ιστοσελίδες που «υπόσχονται» διάγνωση, εύκολα, γρήγορα, από το σπίτι και κυρίως… χωρίς κόστος. Με μια απλή αναζήτηση, θα βρει κανείς στο Διαδίκτυο ιστοσελίδες, όπου ο ασθενής συμπληρώνει τα συμπτώματα και με ένα κλικ μπορεί να δει τις πιθανές αιτίες και να λάβει μια έκθεση υγείας. Από κάτω υπάρχει παραπομπή σε ηλεκτρονικά φαρμακεία. Χιλιάδες χρήστες συμβουλεύονται τις συγκεκριμένες ιστοσελίδες προκειμένου να καταλήξουν στη διάγνωση και στο φάρμακο που πρέπει να προμηθευτούν. Ιστοσελίδες που οι ειδικοί χαρακτηρίζουν επικίνδυνες.
Γιατί, όμως, πολλοί δεν πηγαίνουν στον γιατρό; Μία επίσκεψη στον γιατρό θα κοστίσει από 40 έως 60 ευρώ κατά μέσo όρο. Συνεπώς, ακόμα και αν ο γιατρός συνταγογραφήσει κάποιο φάρμακο, θα έχουν βγει, όπως υποστηρίζουν, οικονομικά ζημιωμένοι. Το κόστος των φαρμάκων έχει πέσει και προτιμούν να το πληρώσουν οι ίδιοι παρά να χρεωθούν μία ιατρική επίσκεψη. «Θα πάω στον γιατρό, θα δώσω 50 ευρώ, για να μου γράψει το φάρμακο που κοστίζει 10 ευρώ» ισχυρίζονται συχνά οι ασθενείς. «Οι τιμές έχουν πέσει, έλεγχος δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα η κατάσταση να διαιωνίζεται με ευθύνη όλων. Φαρμακοβιομηχανίες, γιατροί και φαρμακοποιοί είναι συνυπεύθυνοι» τονίζει ο φαρμακοποιός Γιώργος Νυχάς.

Η επικίνδυνη καταφυγή σε ηρεμιστικά – αντικαταθλιπτικά

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την αποκάλεσε «πανδημία μέσα στην πανδημία». Οσοι βρέθηκαν απομονωμένοι στη δίνη της καραντίνας (κυρίως ηλικιωμένοι και ευάλωτες ομάδες) κατέφυγαν σε ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά προκειμένου αντιμετωπίσουν τα αγχώδη συμπτώματα, το στρες, την πίεση και τη θλίψη. Χαρακτηριστική η χρήση βενζοδιαζεπινών χωρίς ιατρική συνταγή, με τους ειδικούς να εφιστούν την προσοχή αφού η κατάχρησή τους είναι προδιαθεσικός παράγοντας για ανοϊκές διαταραχές και Αλτσχάιμερ.

H αλπραζολάμη και οι βενζοδιαζεπίνες είναι φάρμακα με κόκκινη γραμμή, δηλαδή δεν μπορούν να δοθούν χωρίς συνταγογράφηση. Ωστόσο, και εδώ ψυχίατροι, νευρολόγοι, γενικοί γιατροί και παθολόγοι συνταγογραφούν ακόμη και σε ασθενείς που δεν έχουν εξετάσει ποτέ, ακόμη και μέσω τηλεφώνου. Κι αν οι γιατροί αρνηθούν τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς πιέζουν τους φαρμακοποιούς. Κάποιοι ενδίδουν και προμηθεύουν στους πελάτες τους ηρεμιστικά, τα οποία στη συνέχεια «δίνουν» σε «δικούς τους» γιατρούς για να τα γράψουν…

«Το αντιδεοντολογικό γίνεται παράνομο» λέει ο ψυχίατρος Χρήστος Λιάπης. «Η βενζοδιαζεπίνη είναι πυροσβεστικό φάρμακο. Κανονικά η χρήση του πρέπει να γίνεται μέχρι 20 ημέρες, σε περίπτωση που στη ζωή του ασθενούς γίνει κάτι εξαιρετικά οξύ, όπως ένας θάνατος συγγενούς. Αυτά τα φάρμακα φέρνουν στην αρχή ηρεμία, αλλά η μακροχρόνια λήψη επιτείνει την κατάθλιψη και τον πυρήνα θλίψης και στενοχώριας που έστρεψε αρχικά τον ασθενή προς αυτά» εξηγεί ο ίδιος. Στα ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά μεγάλη σημασία έχει ο τρόπος λήψης: «Πολλές φορές οι ασθενείς καταναλώνουν συνδυαστικά ηρεμιστικά και αλκοόλ, ένα συνδυασμός βλαβερός αφού πηγαίνουν στους ίδιους υποδοχείς».

Τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να τα προμηθευτεί ο ασθενής οποιαδήποτε στιγμή από τον πάγκο του φαρμακείου, ακόμα και χωρίς ιατρική συνταγή. Οπως λέει ο Χρήστος Λιάπης, «κανονικά είναι παράνομο να δίνονται ψυχιατρικά φάρμακα, όπως αντικαταθλιπτικά, χωρίς συνταγή. Ωστόσο, οι φαρμακοποιοί δεν κινδυνεύουν από έλεγχο, γιατί μπορεί η συνταγή να είναι χειρόγραφη και ο ασθενής να πληρώσει από την τσέπη του, άρα ο φαρμακοποιός δεν χρειάζεται κάποιον “δικό του” γιατρό να του το γράψει, όπως στην περίπτωση των ηρεμιστικών».

Μάλιστα, τον Μάρτιο του 2021 καταγράφηκε στη Ελλάδα η μεγαλύτερη κατανάλωση αντικαταθλιπτικών και ηρεμιστικών χαπιών, κάτι που έγινε εμφανές από τις αναλύσεις των λυμάτων.

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *