
Κατά την κατοχή από τις 15 Μαρτίου ως τις 10 Αυγούστου 1943, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης μεταφέρονται και, πλην ελαχίστων, εξοντώνονται στο στρατόπεδο Αουσβιτς-Μπιρκενάου, στην Πολωνία. Το γενικό πρόσταγμα το είχε ο Γερμανός αξιωμαιτούχος Μαξιμίλιαν Μέρτεν, ο οποίος γεννήθηκε το 1911, σπούδασε νομικά και μεταξύ 1942-1944 ήταν αναπληρωτή διοικητής της Στρατιωτικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης – Αιγαίου
Στον Μέρτεν αποδίδεται η εξόντωση της πλειονότητας των 80,000 Εβραίων της μεγαλύτερης ισραηλιτικής κοινότητας που υπήρχε στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, οι οποίοι ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και η υφαρπαγή των περιουσιών τους. Κατηγορήθηκε επίσης για την αποστολή 46.061 Εβραίων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία, οι περισσότεροι των οποίων πέθαναν, άλλα και για τη δολοφονία 680 ελλήνων πολιτών.
Ακόμη του αποδίδεται ότι κατέστρεψε και σύλησε το νεκροταφείο των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, ενώ εκβιαστικά ζητούσε χρήματα από τις εβραϊκές οικογένειες για να μην σταλούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, φροντίζοντας παράλληλα για την αρπαγή της περιουσία τους . Αμεσοι συνεργάτες στο έργο του ήταν οι λοχαγοί των Ες-Ες Αλόις Μπρούνερ και Ντίτερ Βισλιτσένι, δύο ανθρωπόμορφα τέρατα, όπως τους περιγράφουν τα θύματά τους, οι οποίοι σύχναζαν στο κτίριο της οδού Βασιλίσσης Ολγας, όπου ήταν η έδρα της SD, της φοβερής γερμανικής αντικατασκοπίας.
Ο Μπρούνερ χρησιμοποίησε τα ίδια πανούργα κόλπα που είχε χρησιμοποιήσει προηγουμένως στη Βιέννη και αργότερα στο Ντρανσί του Παρισιού, όπου έδρασε επίσης. Κάθε κρατούμενος έπρεπε να καταθέσει όσα χρήματα είχε σε ελληνικές δραχμές ή ξένα νομίσματα, λαμβάνοντας μια απόδειξη που έλεγε ότι «το ισότιμο ποσό θα αποδοθεί σε πολωνικά νομίσματα ζλότι από την Τράπεζα της Κρακοβίας». Οι κρατούμενοι πίστεψαν τις διαβεβαιώσεις ότι στο γκέτο του Αουσβιτς, όπου επρόκειτο να μεταφερθούν, οι ηλικιωμένοι δεν θα υποβάλλονταν σε καταναγκαστική εργασία, τα παιδιά θα πήγαιναν σε εβραϊκά σχολεία, οι άνδρες και οι γυναίκες θα δούλευαν στα εργοστάσια και στα ορυχεία.
Ενας αμύθητης αξίας θησαυρός, από διαμάντια, χρυσά κοσμήματα και άλλα τιμαλφή καθώς και χιλιάδες χρυσές λίρες, που η συνολική του αξία ξεπερνούσε τα 125.000.000 χρυσά φράγκα, ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη, λεηλατήθηκε από τους Γερμανούς.
Τι έγιναν όμως τα χρήματα αυτά ?
Το λογικό θα ήταν ότι τα χρήματα αυτά – όσα μαζεύτηκαν με επιβεβαιωμένα ιστορικά στοιχεία – να προωθήθηκαν στην Γερμανία, όπως συνέβη και με περιουσίες Εβραίων από άλλες χώρες της Ευρώπης. Στο Βερολίνο λειτουργούσε κεντρικός μηχανισμός και μεταφοράς και εκμετάλλευσης των εβραϊκών περιουσιών . Φαίνεται όμως ότι ,μάλλον η απληστία κάποιων δεν τα έστειλε όλα.
Ο Μέρτεν έφυγε μετά το τέλος του πολέμου στη Γερμανία και επέστρεψε τον Μάιο του 1957 στην Ελλάδα ως «τουρίστας», μετέβη αμέσως στη Θεσσαλονίκη, αναζητώντας κατά μια εκδοχή έναν κρυμμένο θησαυρό, η για να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη ενός διερμηνέα του κατά τον ίδιο.
Αλλά στην επιστροφή του αυτή στην Ελλάδα αναγνωρίστηκε από επιζώντα θύματά του, προσήχθη σε δίκη, στο ειδικό δικαστήριο εγκληματιών πολέμου της Αθήνας, η οποία διήρκεσε από τις 11 Φεβρουαρίου ως τις 5 Μαΐου 1959 και καταδικάστηκε σε 25ετή κάθειρξη. Αφέθηκε όμως ελεύθερος μετά την έκδοση, από την τότε ελληνική κυβέρνηση κατόπιν εντόνων πιέσεων από την κυβέρνηση της τότε Δυτικής Γερμανίας, η οποία επικαλέστηκε το διατάγμας 4016, με το οποίο οριζόταν ότι «αναστέλλεται αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτείται απόφασίς του δικαστηρίου, πάσα δίωξις Γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου, καθώς και η εκτέλεσις πάσης ποινής ή το υπόλοιπον ταύτης». Ετσι, στις 5 Νοεμβρίου 1959, ο «Δήμιος της Θεσσαλονίκης» Μέρτεν αποφυλακίζεται και απελαύνεται από την Ελλάδα, έχοντας καθήσει στις φυλακές μόλις 28 μήνες περίπου, μαζί με την προφυλάκιση.
Πέθανε το 1976 στο Μανχάιμ.