Η Διώρυγα της Κορίνθου

Σαν σήμερα στις 25 Ιουλίου 1893 εγκαινιάσθηκε η Διώρυγα της Κορίνθου.

Η σκέψη να κοπεί ο Ισθμός, μια λωρίδα γης πλάτους μόλις έξι χιλιομέτρων, και να συνδεθεί το Αιγαίο πέλαγος με το Ιόνιο μέσω του Κορινθιακού κόλπου, έχει απασχολήσει πολλούς εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια περίπου. Ο Περίανδρος, τύραννος της Κορίνθου και ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να κατασκευάσει ένα κανάλι για να αποφεύγονται τα θαλάσσια ταξίδια που πολλές φορές διαρκούσαν μια ολόκληρη εβδομάδα και τον χειμώνα δεν ήταν καθόλου ακίνδυνα.

Ο Περίανδρος δεν κατόρθωσε να υλοποιήσει το σχέδιό του, κατασκεύασε όμως τον Δίολκο, ένα λιθόστρωτο δρόμο ανάμεσα στον Κορινθιακό και τον Σαρωνικό κόλπο, για να μεταφέρουν (“διέλκουν”) τα φορτία αλλά και μικρά πλοία από την ξηρά. Ο δρόμος είχε πλάτος από 3,5 έως 5 m και είχε καθ’ όλο το μήκος του λαξευμένες βαθιές αυλακώσεις για τους τροχούς του οχήματος που μετέφερε τα πλοία, σε απόσταση 1,5 m η μία από την άλλη. Τμήματα του Διόλκου σώζονται κον­τά στη δυτική είσοδο της σημερινής Διώρυγας και στη βόρεια πλευρά του κεντρικού τμή­μα­τός της.

Οι Ρωμαίοι προχώρησαν περισσότερο. Ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του, ο Νέρων, αφού νίκησε στους αγώνες των Ισθμίων, έκανε τα εγκαίνια των εργασιών σε μια επίσημη τελετή, δί­νοντας το πρώτο χτύπημα στη γη με μια χρυσή αξίνα. Οι εργασίες ξεκίνησαν με μεγάλη ένταση σε πολλά σημεία ταυτόχρονα κατά μήκος της διαδρομής, παρά το γεγονός ότι είχε διαδοθεί η εσφαλ­μένη, όπως αποδείχθηκε, ιδέα Αιγυπτίων λογίων ότι η διαφορά στη στάθμη του Κοριν­θια­κού με το Αιγαίο θα προκαλούσε την καταπόντιση της Αίγινας. Οι εργασίες κράτησαν έξι περί­που μήνες, αλλά διακόπηκαν με τον θάνατο του Νέρωνα.

Μετά τον Νέρωνα το θέμα τέθηκε μερικές φορές στη διάρκεια των επόμενων αιώνων, αλλά ποτέ δεν είχε φτάσει στο στάδιο της πρακτικής υλοποίησης. Η ανάγκη για την κατασκευή της διώ­ρυγας τέθηκε ξανά επί τάπητος τον 19ο αι., μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Είχαν εκπονηθεί διάφορα σχέδια και η οικονομική επιτυχία της Διώρυγας του Σουέζ σε συν­δυασμό με το κλίμα ευφορίας που προκάλεσε η προσάρτηση της Θεσσαλίας έδωσαν την τελική ώθηση για την υλοποίηση του έργου, ο συντονισμός του οποίου ανατέθηκε στον Ούγγρο István (Στέ­φανο) Türr, πρώην αγωνιστή της επανάστασης του 1848 και στρατηγό μετέπειτα του Ga­ribaldi. Ο Türr, που είχε παίξει σημαντικό ρόλο σε κατασκευές διωρύγων στην Ουγγαρία και στην ίδρυ­ση της Διεθνούς Εταιρείας της Διώρυγας του Παναμά, ανέθεσε την εκπόνηση των με­λε­τών και τα καθήκοντα αρχιμηχανικού στον επίσης Ούγγρο Béla Gerster. Μετά από γεω­τε­χνικές-εδαφολογικές εξετάσεις ο Gerster διαπίστωσε ότι η ιδανική

διαδρομή είναι εκείνη που είχε χαράξει ο Νέρων και ότι πρέπει να εφαρμοστούν και εδώ πλάτος πυθμένα 22 m και βάθος νερού 8 m, όπως στο Σουέζ, σε αντίθεση με όσα προέβλεπε η προηγούμενη νομοθεσία που όριζε διπλάσιο σχεδόν πλάτος για τον πυθμένα. Μόλις η ελληνική κυβέρνηση έδωσε πρά­σινο φως για τις νέες παραμέτρους, ξεκίνησαν οι εργασίες. Κράτησαν δώδεκα χρόνια και δεν έλειψαν και τα προ­­βλήματα: η γαλλική εταιρεία χρηματοδότησης χρεωκόπησε και οι εκσκαφές είχαν σταμα­τήσει για ενάμισυ χρόνο, για να τις συνεχίσει ο Türr με μια νέα, ελληνική ανώνυμη εται­ρεία. Τε­λι­κά, μετά από εξόρυξη 12 εκατομμυρίων κυβικών χωμάτων, το 1893 ολοκληρώ­θη­κε η Διώ­ρυγα της Κορίνθου.

Παρ’ όλο που η πύλη των εμπορευματικών και επιβατικών μεταφορών προς τη Δύση είναι η Πάτρα στη βορειοδυτική ακτή της Πελοποννήσου και όχι ο Πειραιάς, η κίνηση από τη Διώρυγα της Κορίνθου εξακολουθεί να είναι αξιόλογη. Κάθε χρόνο διέρχονται κατά μέσον όρο 11.000 πλοία από τη Διώρυγα που έχει 6.343 μέτρα μήκος, πλάτος στην επιφάνεια της θάλασσας 24,6 μέ­τρα και στον πυθμένα 21 μέτρα και βάθος νερού 8 μέτρα.