Tσαγκάρης

Εισαγωγικό σημείωμα: Τελευταίος τσαγκάρης στο τόπο μας, υπήρξε ο Θεμιστοκλής Ροζολής, είχε το τσαγκαράδικο του εκεί που είναι το σημερινό κτίριο, ιδιοκτησίας Γραβάνη, επί της οδού Βασιλείου Δουζένη, απέναντι από το πρακτορείο εφημερίδων, το οποίο και διατήρησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 70. Κατόπιν το μετέφερε στην οικία του, όπου και εξυπηρετούσε τους συμπολίτες μας, σχεδόν μέχρι του τέλους της ζωής του.

Ο τσαγκάρης κατασκευάζει ή επιδιορθώνει υποδήματα. Στη σύγχρονη γλώσσα χρησιμοποιείται κυρίως με τη δεύτερη έννοια. Συνώνυμα: υποδηματοποιός και παπουτσής. Παλαιότερα αυτός που επιδιόρθωνε παπούτσια λεγόταν και μπαλωματής.
Η ετυμολογία της λέξης, σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, είναι από το τσαγγάριος/τζαγγάριος, που ανάγεται στην ελληνιστική τζάγγα = είδος μαλακού περσικού υποδήματος.
Λέξεις της ίδιας οικογένειας: τσαγκαράδικο και τσαγκάρικο (= εργαστήριο του τσαγκάρη), τσαγκαροδευτέρα. Παλιότερα η Δευτέρα ήταν αργία για τους τσαγκάρηδες, και γι’ αυτό ειρωνικά χρησιμοποιείται η λέξη για την επόμενη μέρα αργίας όπου αποφεύγουμε τη δουλειά από τεμπελιά.

Ο τσαγκάρης, στο μικρό συνήθως, μαγαζάκι του, είχε ένα μικρό τετράγωνο πάγκο (τραπεζάκι). Πάνω υπήρχαν ένα τασάκι με χωρίσματα για τα καρφιά, τις ξυλόπροκες, τις βελόνες, τις σακοράφες, τα σουβλιά, τα σφυράκια, τις λίμες, τις φαρτσέτες για να κόβει τα πετσιά, τα μπουκάλια με τους λούστρους, το κερί, ο σπάγγος και κάποια άλλα εργαλεία. Εργαλεία επίσης κρεμόταν στα πλάγια του πάγκου, περασμένα σε πέτσινες θήκες. Πλάι του είχε την «πατούνα» (ένα ειδικό αμόνι) και σε ράφια ή στους τοίχους κρεμασμένα τα καλαπόδια.

Ο τσαγκάρης έφτιαχνε καινούρια παπούτσια, πολύ σπάνια όμως διότι «δει δη χρημάτων ω άνδρες Αθηναίοι και άνευ τούτων*» ή επιδιόρθωνε παλιά. Έβαζε τακούνια και σόλες και μπάλωνε με σπάγκο τα τρυπημένα παπούτσια.

Για να μη λιώνουν τα ανδρικά καθημερινά παπούτσια, τους έβαζε πίσω στο τακούνι και μπροστά στη σόλα, ημικυκλικά πέταλα και ολόγυρα και στη μέση, σειρά από «βιδάτες» (χοντρά καρφιά που εξείχαν). Κάποια εποχή (στη Κατοχή) έβαζαν για πάτους και λάστιχα αυτοκινήτων.

* Δημοσθένης Α΄Ολυνθιακός, σε ελεύθερη μετάφραση: (χωρίς τα χρήματα δεν γίνεται τίποτα).