Η νικηφόρος μάχη του στρατοπέδου Βερβένων στις 18 Μαΐου1821

Του Παναγιώτη Β. Φάκλαρη

Στα Βέρβενα, λόγω της γεωγραφικής θέσης και του μεγέθους του χωριού, ιδρύθηκε το πρώτο οργανωμένο στρατόπεδο της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, στις 25 Μαρτίου 1821. Τα άλλα στρατόπεδα της Αρκαδίας, στο Βαλτέτσι, Χρυσοβίτσι, Πιάνα, Λεβίδι και Πάπαρι, ιδρύθηκαν τον Απρίλιο. Το μέγεθος του χωριού, ήταν το δεύτερο σε πληθυσμό στη Βόρεια Κυνουρία μετά τον Άγιο Πέτρο, και τα πολλά γιδοπρόβατα που είχε ήταν σημαντικοί παράγοντες για την υποστήριξη ενός στρατοπέδου το οποίο χρειαζόταν κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα. Οργανωμένη επιμελητεία, το Κελάρι, εξασφάλιζε την απαιτούμενη διατροφή και τα πολεμοφόδια για το στρατόπεδο. Γνωρίζουμε από τον κατάλογο του Σπηλιωτόπουλου, ο οποίος προμήθευε τα στρατόπεδα της Πελοποννήσου με πολεμοφόδια, ότι κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης στάλθηκαν μεγάλες ποσότητες στα Βέρβενα, 2.078 οκάδες μπαρούτι και 2.437 οκάδες μολύβδινα βόλια.

Πρέπει να επισημανθεί ότι στο στρατόπεδο των Βερβένων, που αποτελείτο αρχικά από 1.500 και τον Μάϊο έφθασε να αριθμεί 2.500 άνδρες, είχαν συρρεύσει αγωνιστές, εκτός από τα 15 χωριά της Κυνουρίας, από την Τεγέα (7 χωριά), από την περιοχή της Τριπολιτσάς ((9 χωριά), από ολόκληρη τη Λακωνία (95 χωριά) και από τη Μεσσηνία (10 χωριά). Κάθε περιοχή είχε τους δικούς της οπλαρχηγούς. Οι σημαντικότεροι οπλαρχηγοί του στρατοπέδου ήταν ο Παναγιώτης Γιατράκος, που ορίστηκε στις 2 Μαΐου αρχηγός του, οι δύο Μαυρομιχαλαίοι, Κωνσταντίνος και Αντώνης, αδέλφια του Πετρόμπεη, και ο Νικόλαος Δεληγιάννης. Αρχικά την ηγεσία του στρατοπέδου την είχε ο δυναμικός επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος μαζί με τους επισκόπους Έλους Άνθιμο και Ιωακείμ Μελιτίνης.

(Εικ. Λεπτομέρεια από πίνακα του Δ. Ζωγράφου που αφορά τις μάχες κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς, όπου απεικονίζεται η μάχη των Βερβένων.)

Η μάχη της 18ης Μαΐου, μαζί με εκείνη του Βαλτετσίου, άλλαξε τη ροή του πολέμου, όπως επισημαίνει ο ιστορικός Διον. Τζάκης, γιατί έγινε συστηματική η πολιορκία της Τριπολιτσάς, ακολούθησε η άλωσή της και η επικράτηση της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Η μάχη είναι γνωστή και ως μάχη Βερβένων και Δολιανών, όμως στην πραγματικότητα ήταν μάχη του στρατοπέδου των Βερβένων, γιατί τα πολεμικά επεισόδια που έγιναν την ίδια ημέρα στα Δολιανά και στο Δραγούνι, αντιμετωπίστηκαν από τις δυνάμεις του στρατοπέδου που είχε τοποθετήσει φρουρά στα Δολιανά και στο Δραγούνι, αποτελούμενη από εκατό άνδρες η καθεμία. Στα Δολιανά εκείνη την ημέρα η φρουρά ενισχύθηκε με 100-150 άνδρες από τον Νικηταρά, ο οποίος περνούσε τυχαία από τα Δολιανά.

Από το εκστρατευτικό σώμα των Οθωμανών, αποτελούμενο τουλάχιστον από έξι χιλιάδες πεζούς και ιππείς, για να εξουδετερωθεί αποτελεσματικά το ελληνικό στρατόπεδο στα Βέρβενα, δύο τμήματά του κατευθύνθηκαν στα Δολιανά και στο Δραγούνι για να εξουδετερώσουν τις δύο φρουρές του στρατοπέδου και η κύρια δύναμή του κατευθύνθηκε στα Βέρβενα. Στο Δραγούνι η φρουρά εξουδετερώθηκε μετά από ηρωϊκή αντίσταση τριών ωρών και οι Οθωμανοί κατευθύνθηκαν στα Βέρβενα. Στα Δολιανά το χωριό κυριεύτηκε από τους Τούρκους και εν μέρει πυρπολήθηκε, αλλά η φρουρά με τον Νικηταρά οχυρώθηκε σε 13 σπίτια και αντιμετώπισε ηρωϊκά τις επιθέσεις του εχθρού μέχρι το σούρουπο.

Στα Βέρβενα οι Οθωμανοί δεν μπόρεσαν να κυριεύσουν το χωριό και η επίθεσή τους αποκρούστηκε με απώλειες. «Οι Τούρκοι εξέλαβον τας σπάθας των και τα γιαταγάνια των και ώρμησαν κατά των οχυρωμάτων, αλλ’ αυτοί τόσον επιτυχώς τους αντέκρουσαν, ώστε, αφού εφόνευσαν αρκετούς, ηνάγκασαν τους λοιπούς να οπισθοδρομήσωσι». Στη συνέχεια ένας εθελοντής Μανιάτης από το σώμα του Αντώνη Μαυρομιχάλη, δεινός σκοπευτής, κατάφερε να σκοτώσει τον Τούρκο σημαιοφόρο που είχε στήσει τη σημαία του πάνω από το χωριό στο ύψωμα του Λούβρου. Οι Τούρκοι έστειλαν άλλον σημαιοφόρο στην ίδια θέση, αλλά είχε την ίδια τύχη και κατακρημίστηκε μαζί με τη σημαία κάτω από τα βράχια. Μετά από αυτό το αναπάντεχο γεγονός που θορύβησε τον εχθρό και εμψύχωσε τους αμυνόμενους αγωνιστές, οι Έλληνες  βγήκαν από τα σπίτια και τα ταμπούρια τους και «ώρμησαν με κραυγάς και αλαλαγμούς κατ’  αυτών, κραυγάζοντες με την συνήθη εμύχωσήν των επάνω τους, επάνω τους αδελφοί Έλληνες! Τους επήραμε, τους επήραμε τους μουρτάταις». Ήταν τόσο μεγάλος ο ενθουσιασμός ώστε τους αγωνιστές ακολούθησαν και γυναίκες των Βερβένων με επικεφαλής την Μαριγώ Καράμπελα-Μπαμπού, αδελφή του κλεφτοκαπετάνιου Θανάση καράμπελα, έχοντας ως όπλο τη ρόκα τους. Κατά την καταδίωξη των Τούρκων, οι οποίοι είχαν πετάξει τα όπλα τους, «όσους έφταναν τους κοπάναγαν με τη ρόκα».

Οι Οθωμανοί δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην ορμή των επιτιθέμενων, «ετράπησαν εις φυγήν» και κατευθύνθηκαν στα Δολιανά, όπου είχε παραμείνει ο Μουσταφάμπεης που πολιορκούσε τον Νικηταρά. Προσπάθησαν να αντισταθούν στη ρεματιά στο Κοσσυβόρεμα, αλλά και εκεί τους ανέτρεψαν οι Έλληνες με ηρωϊκή έφοδο. Οι αγωνιστές του στρατοπέδου Βερβένων όρμησαν μέσα στα Δολιανά και έτρεψαν σε φυγή το σώμα του Μουσταφάμπεη ο οποίος έφυγε τρέχοντας με το άλογό του για να σωθεί. Οι «εύσωμοι» Βερβενιώτες κατά τη μάχη μέσα στο χωριό, κυρίευσαν τα δύο κανόνια των Τούρκων και τα μετέφεραν στα Βέρβενα.

Αφού κατατροπώθηκαν οι Τούρκοι που πολιορκούσαν τους ταμπουρωμένους Έλληνες στα 13 σπίτια, βγήκαν έξω οι αμυνόμενοι με τον Νικηταρά, ενώθηκαν με τους Έλληνες του στρατοπέδου και μαζί καταδίωξαν τους εχθρούς μέχρι τα χάνια στου Κούβλη, κοντά στον κάμπο της Τεγέας. Εκεί σταμάτησε η καταδίωξη γιατί το σκοτάδι και η ραγδαία βροχή εμπόδιζαν τους επιτιθέμενους να ξεχωρίσουν τον εχθρό. Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει σχετικά με την εξέλιξη της μάχης: «Το ορδί των Βερβένων τους επήρε από κοντά. Αφού ζύγωσαν κοντά εις τα Δολιανά ετσάκισαν και οι Τούρκοι οπού πολιορκούσαν τον Νικήτα, και έτσι εβγήκε κι ο Νικήτας με τους ανθρώπους του, και τους εκατέβασαν έως τον κάμπο κυνηγώντας».

Δεν χρειάζεται να τονίσουμε εδώ την καθοριστική σημασία που είχε η μάχη της 18ης Μαΐου για την εξέλιξη του Αγώνα. Σε κρίσιμες μάχες τις Επανάστασης που ακολούθησαν, π.χ. στο Μανιάκι το 1825 και στις μάχες κατά την πολιορκία της Πάτρας το 1822, οι οπλαρχηγοί Παπαφλέσσας και Κανέλλος Δεληγιάννης, μεταξύ άλλων επικαλούνται αυτή τη λαμπρή νίκη για να εμψυχώσουν τους στρτατιώτες τους. Ο Δεληγιάννης στα Απομνημονεύματά του αναφέρει: «Υπήγαμεν εις διάφορα σώματα και τους υπενθυμίζαμεν το Βαλτέτσι, την Βέρβεναν και την Τριπολιτσάν και τους εφιλοτιμούσαμεν να μη φανούν κατώτεροι εις εκείνην την μάχην και μας εντροπιάσουν».

Είναι αξιοσημείωτο ότι τη μάχη των Βερβένων απεικόνισε ο Δημήτριος Ζωγράφος, όταν εικονογράφισε το 1836 το βιβλίο με τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Μάλιστα, επειδή ως καπετάνιος του χωριού του, της Βορδώνιας, βρισκόταν στο στρατόπεδο των Βερβένων και συμμετείχε στη μάχη, απεικονίζει και λεπτομέρειες, όπως την εξόντωση του Τούρκου μπαϊρακτάρη με τη σημαία του στο ύψωμα του Λούβρου, καθώς και τον τριώροφο μεσαιωνικό πύργο του Παπακωνσταντίνου στο κέντρο του χωριού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *