Του Παν. Βέμμου
Κάποτε, πριν την κρίση, ενώ περίσσευαν τα μεγάλα λόγια για την προστασία του περιβάλλοντος και την αειφόρο ανάπτυξη, εξελίσσονταν η προσπάθεια μεγαλων οικονομικών συμφερόντων και των πολιτικων εκπροσώπων τους για αναθεώρηση του άρθρου 24 του συντάγματαος που βάζει κάποια εμπόδια στην δράση τους και δίνει το δικαίωμα στον κάθε πολίτη να προβεί σε ενέργειες για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Οι δράσεις αυτές των πολιτών και οργανώσεων απέτρεψαν αφενός την αναθεώρηση του άρθρου 24, αφετέρου κατόρθωσαν να προστατεύσουν κάποια, δυστυχώς λίγα, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος οικοσυστήματα. ΄Ομως, η γενική εικόνα είναι απαγοητευτική για τον τόπο. Το γεγονός αυτό αποδεικνύουν η ανεξέλεγκτη και άναρχη δόμηση σε παραλίες και βουνά, ο περιορισμός των δασών και δασικών εκτάσεων από πυρκαγιές που κύρια οφείλονται σε ανθρώπινη δραστηριότητα και η ουσιαστικη αλλοίωση του οικιστικού περιβάλλοντος με τις κατεδαφίσεις παραδοσιακών κτηρίων και την οικοπεδοποίηση ακόμα και αρχαιολογικών χώρων. Οι περιβαλλοντικές μελέτες που πρέπει να προηγηθούν σε κάθε έργο κατάντησαν «φυλλο συκής», αφού η σύνταξη και ο έλεγχος επαφίεται στα ίδια συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών και στο διαπλεκόμενο μ’ αυτές κρατικό μηχανισμό. Η αλήθεια «ότι το περιβάλλον το έχουμε δανειστεί από τα παιδιά μας» δυστυχώς ελάχιστα επηρεάζει τις αποφάσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης και κυβέρνησης.
Τα μεγάλα και παχιά λόγια για τις περιοχές NATURA, τα οικολογικά, πολιτιστικά και αρχαιολογικά πάρκα ξεχάσθηκαν, οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν διαλύονται, η χρηματοδότησή τους μηδενίζεται και επιτρέπεται να κτίζουν ανεξέλεγκτα και να εκμεταλλεύνται ασύστολα τις περιοχές αυτές ντόπια και ξένα μεγάλα συμφέροντα στο όνομα της ανάπτυξης και του ξεπεράσματος της οικονομικης κρίσης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει το προσφάτως ψηφισθέν πολυνομοσχέδιο που επιτρέπει την δόμηση στις περιοχές NATURA και οι ΕΟΖ («ελεύθερες» οικονομικές ζώνες) που προωθούνται αφήνουν ανεξέλεγκτη την οικονομική δράση πέρα από κάθε κρατική νομοθεσία που αφορά το περιβάλλον και τα εργασιακά δικαιώματα.
Η Αρκαδία που τόσο έχει υμνηθεί διαχρονικά για το μοναδικού φυσικού κάλλους και ποικιλότητας περιβάλλον, κινδυνεύει να καταντήσει ο σκουπιδότοπος της χώρας και της Ευρώπης. Η διαχείριση των σκουπιδιών με τη δημιουργία μεγάλης βιομηχανικης μονάδας στην Παλιόχουνη είτε αλλού και η επιδίωξη κατασκευής ΧΥΤΑ βιομηχανικών αποβλήτων στη Μεγαλόπολη, θα προξενήσει πέραν των άλλων μόλυνση σε ένα πολύτιμο φυσικό αγαθό ιδιαίτερης σημασίας και στο μέλλον, το νερό. Ο υδροφόρος ορίζοντας της Μεγαλόπολης, ο μεγαλύτερος της Πελ/σου, τροφοδοτεί τις πηγές σε τρεις γειτονικούς νομούς. Η Τρίπολη, μια μεσαία πόλη με βιομηχανική περιοχή έχει μικτό σύστημα αποχέτευσης και απορρίπτει τα ημικατεργασμένα απόβλητά της στον υδροφόρο ορίζοντα και αν λάβουμε υπόψη το υψόμετρο και την ροή των νερών στους γειτονικούς νομούς, κατανοούμε τους κινδύνους που δημιουργούνται για την Πελ/σο. Είναι τεράστιες οι διαχρονικές ευθύνες των δήμων,της νομαρχίας της περιφέρειας και της κυβέρνησης για τα μεγάλα αυτά ζητήματα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια.
Οι ορεινοί όγκοι Μαινάλου και Πάρνωνα, που τα δάση τους κινδυνεύουν με κατάρρευση από τον μεγάλο περιορισμό της υλοτομίας και των δασικών καλλιεργειών, γίνεται ο χώρος επέλασης μεγάλων συμφερόντων μετά την κατάργηση της προστασίας ως περιοχές NATURA. Οι μικρομεσαίες τουριστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στα χωριά της περιοχής πέρα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν από την κυβερνητικη πολιτική, θα αντιμετωπίσουν και τον αθέμιτο ανταγωνισμό των μεγάλων τουριστικών αλυσίδων και θα γίνουν τελικά το μεγαλύτερο μέρος λεία τους. Τα οικολογικά πάρκα Πάρνωνα και Μαινάλου χωρίς χρηματοδότηση και θεσμική στήριξη αυτοδιαλύονται. Το πρόγραμμα Life στο Μαίναλο έχει πια εγκαταλειφθεί, αφού και ο φορέας παρακολούθησης καταργήθηκε και ενσωματώθηκε σε άλλη υπηρεσία.
Τα σκάνδαλα από καταπατήσεις, παράνομες εκχερσώσεις και δραστηριότητες στους υγρότοπους Μουστού και Μπαταρόλα «κουκουλώνονται» με πολιτικές παρεμβάσεις και οι ιδιαίτερης σημασίας υδροβιότοποι καταστρέφονται.
Με μια περιπλάνηση στους σημαντικούς αρχαιολογικούς μας χώρους, διαπιστώνει κανείς την εικόνα της εγκατάλειψης παρά τις φιλότιλμες προσπάθειες χωρίς χρήματα και με ελάχιστο προσωπικό των υπηρεσιών. Η πολιτιστική μας κληρονομιά, το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της Αρκαδίας και της Πελ/σου για ανασυγκρότηση και πρόοδο, είναι σε μεγάλο βαθμο έξω από τα προγράμματα που προωθούνται, αφού θεωρούνται ζητήματα, πολιτικά επικίνδυνα που θυμίζουν άλλες ευκλεείς εποχές και κοινωνικες δράσεις.
Τα πρόσφατα αλλά και παλαιότερα γεγονότα στις φυλακές «υψίστης ασφαλείας», δημιουργούν πρόσθετες ανησυχίες στους κατοίκους της περιοχής, αφού παράγοντες του τόπου παρασκηνιακά επιδιώκουν τέτοιου είδους φυλακές. Να τους θυμίσουμε ότι οιπεριοχή μας με τις υπάρχουσες φυλακές καλύπτει τις εθνικες υποχρεώσεις της και γνωρίζουμε καλά ότι οι φυλακές «υψίστης ασφαλείας» δεν σωφρονίζουν αλλά αναπαράγουν το έγκλημα.
Αυτές οι σκέψεις και οι προβληματισμοί αν γίνουν αντικείμενο του προεκλογικου διαλόγου μπορεί να συμβάλλουν στην κατανόηση του πολιτικού προβλήματος της χώρας και στην αναγκαιότητα απαλλαγής από αυτή την πολιτική. Η δημιουργία ενός προγράμματος ανασυγκρότησης της περιοχής με περιβαλλοντικές και κοινωνικές διαστάσεις, και κυρίως οι φορείςς διαχείρισης των περιβαλλοντικών ζητημάτων από το δημόσιο είναι όσο ποτέ άλλοτε απαραίτητο. Ένα ενιαίο μέτωπο δράσης κοινωνικων και πολιτικων δυνάμεων είναι ίσως ο μόνος δρόμος για εθνική και δημοκρατική διέξοδο από την κρίση.