
Πριν ακόμα από την Αλωση της Κωνσταντινούπολης, η Ανατολική Μεσόγειος βρέθηκε σε μια «μέγγενη»: Το 1390 οι Οθωμανοί είχαν φτάσει ήδη στα παράλια της Μικράς Ασίας και διψούσαν να κυριαρχήσουν στη θάλασσα, παρότι δεν διέθεταν ναυτική παράδοση ούτε τεχνογνωσία. Ο βενετσιάνικος στόλος από την άλλη, με την κατάρρευση του Βυζαντίου, είχε αρχίσει να θεωρεί την ευρύτερη περιοχή, ως νοητή επικράτεια. Ανάμεσα στα πυρά των δύο εχθρικών δυνάμεων, βρέθηκαν τα νησιά καθώς και οι παραθαλάσσιες πόλεις της στεριάς, που έγιναν αντικείμενο διεκδίκησης για οικονομικούς λόγους αλλά και για γόητρο.
Καθώς όμως, ούτε οι Ενετοί αλλά ούτε οι Οθωμανοί μπορούσαν να εγγυηθούν την ασφάλεια των εμπορικών θαλάσσιων δρόμων, εμφανίστηκε ένας τρίτος παράγοντας με καταλυτικό ρόλο: οι πειρατές και οι κουρσάροι, που με την παρουσία τους έγερναν την πλάστιγγα προς τη μια ή την άλλη μεριά.
Ανώνυμοι Τούρκοι που δρούσαν για δικό τους όφελος, επώνυμοι Οθωμανοί όπως ο εξωμότης Μπαρμπαρόσα, που μπήκαν στην υπηρεσία του Σουλτάνου, ο στόλος των Ιπποτών του τάγματος του Αγίου Ιωάννη που είχε αρχικά έδρα τη Ρόδο και ύστερα τη Μάλτα, Ελληνες κυρίως από τα νησιά ή τη Μάνη, Χριστιανοί πειρατές από την Καταλωνία ή τη Σικελία αλλά και ολόκληροι οι στόλοι της Βενετίας ή των Οθωμανών επιδίδονταν στην πειρατεία και το κούρσος. Το θαλάσσιο επιχειρείν είχε άλλωστε αξιοθαύμαστη λεία που περιελάμβανε χρήματα, χρυσό, πολύτιμους λίθους, ανθρώπους (που κατέληγαν σε σκλαβοπάζαρα ή πληρώματα σε πειρατικά πλεούμενα), εμπορεύματα, ζώα, σοδειές αλλά ακόμα και τα ίδια τα πλοία.
Και στην πολιτική
Περαιτέρω, η δράση των πειρατών δεν είχε αντίκτυπο μόνον στο εμπόριο και τη γενική οικονομική δραστηριότητα αλλά και σε πολιτικό επίπεδο και σε στρατιωτική επιρροή, καθώς ανάλογα με τους συσχετισμούς της εποχής συντάσσονταν υπέρ ή κατά κάποιας ναυτικής δύναμης, (όπως λ.χ. η Γαλλία) ή ενός θρησκευτικού δόγματος με τους μουσουλμάνους να βγάζουν τη μανία τους εναντίον των Χριστιανών και το αντίστροφο.
Μέσα από την παράνομη (αλλά και ορισμένες φορές νόμιμη) πρακτική, πολλοί Ελληνες έμαθαν άλλωστε να αναζητούν την ευκαιρία και να επωφελούνται των ασταθών συνθηκών, βάζοντας αργότερα τις βάσεις για την εξέγερση εναντίον των κατακτητών. Τα ίχνη της πειρατείας είναι ακόμα ορατά στον τόπο και στον χρόνο. Σε πολλά νησιά του Αιγαίου παρατηρεί κανείς ότι τα τοπωνύμια, η οικιστική διάρθρωση και η αρχιτεκτονική οργάνωση απηχούν την ενεργητική ή παθητική άμυνα στον φόβο και τον τρόμο των θαλασσών. Ακόμα και σε ορισμένα ελληνικά επίθετα (Λεβέντης, Σπαντής, Σαρακηνός, Αράπης κ.λπ.) διακρίνει κανείς τη σύνδεση με τους πειρατές και το τσούρμο τους, την ώρα που πολλοί συμπατριώτες μας πιστεύουν ότι κουρσάροι υπήρχαν μόνο στην Καραϊβική και στις ταινίες του Χόλιγουντ.
Πηγή: kathimerini.gr