
Από το www.greek–language.gr διαβάζουμε: σαμποτάζ το [sabotáz] Ο (άκλ.) : 1. μυστικές ενέργειες που αποβλέπουν στην πρόκληση καταστροφής στον εχθρό κατά τη διάρκεια πολέμου ή επανάστασης· στρατιωτική επιχείρηση δολιοφθοράς: Tο πρώτο οργανωμένο ~ των αντιστασιακών δυνάμεων κατά των Γερμανών απέτυχε. Παρενοχλούσαν τις δυνάμεις του εχθρού με ~ και αιφνιδιαστικές ενέργειες. 2. μυστικές ενέργειες […]
Συνέχεια
