
Από το www.greek–language.gr παίρνουμε το ακόλουθο λήμμα: τοποτηρητής ο [topotiritís] Ο7 : α. (εκκλ.) κληρικός που ασκεί τα καθήκοντα επισκόπου σε έδρα που χηρεύει. β. αντικαταστάτης στην άσκηση μιας κοσμικής εξουσίας: Ο ~ του θρόνου. || (μειωτ.) αντιπρόσωπος: ~ ξένης δύναμης σε μια χώρα, αυτός που φροντίζει για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της […]
Συνέχεια



