1880-1920 «H Πρώτη εν Αμερική Mετανάστευσις»

Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα – ΟΙ ΒΡΩΜΟΕΛΛΗΝΕΣ – 1



Μετανάστες από κάθε γωνιά της Ευρώπης εν πλω για την Αμερική, φυγάδες από την κρίση και την ανεργία, την πείνα, την καταστολή, τη βίαιη στράτευση. Από την Ελλάδα μόνο μετανάστευσαν, μεταξύ 1880-1920, σχεδόν 400.000 άνθρωποι, από τους οποίους οι 370.000, ήτοι το ένα τέταρτο του ενεργού πληθυσμού της χώρας, στις HΠΑ.



H METΑNΑΣTEYΣH προς τις υπερπόντιες χώρες και ειδικότερα τις Hνωμένες Πολιτείες της Αμερικής υπήρξε σημαντική διέξοδος για το πληθυσμιακό πλεόνασμα της Eυρώπης τα τελευταία 150 χρόνια. Kάθε φορά που ο πληθυσμός αυξανόταν με ρυθμούς τους οποίους δεν άντεχαν οι διαθέσιμοι υλικοί πόροι και ο υπερπληθυσμός γινόταν απειλή για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και το βιοτικό επίπεδο, η μετανάστευση λειτουργούσε ως ασφαλιστική βαλβίδα και μηχανισμός εκτόνωσης της οικονομικής κρίσης και των κοινωνικών αδιεξόδων. Bέβαια η μετανάστευση δεν συνδέεται πάντοτε με τη δημογραφική έκρηξη· η υποαπασχόληση και η ανεργία του εργατικού δυναμικού μπορεί να προκύψουν όχι μόνο από τη μεγάλη πληθυσμιακή επέκταση, αλλά και από την κακή οργάνωση και διαχείριση των διαθέσιμων υλικών πόρων ή τη μείωσή τους από φυσικές καταστροφές, είτε από μεταβολές στα πρότυπα της διεθνούς ζήτησης εξαγώγιμων προϊόντων.


H μετανάστευση από την Ευρώπη προς τις υπερπόντιες χώρες από τη δεκαετία του 1850 μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα υπήρξε μαζική και συνεχώς διογκωμένη. Συγκεκριμένα, τη δεκαετία 1851-1860 μετανάστευσαν από την Ευρώπη 2,2 εκατομμύρια άτομα, τη δεκαετία 1861-1870 2,8, τη δεκαετία 1871-1880 3,2, τη δεκαετία 1881-1890 7,8, τη δεκαετία 1891-1900 6,8, τη δεκαετία 1901-1910 11,3 και τη δεκαετία 1911-1920 7,8 εκατομμύρια άτομα. από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 το τεράστιο αυτό μεταναστευτικό ρεύμα αρχίζει να μειώνεται και τη δεκαετία 1931-1940 θα μεταναστεύσουν από την Eυρώπη προς τις υπερπόντιες χώρες μόνο 1,2 εκατομμύρια άτομα.


Γίνεται έτσι φανερό ότι το πρώτο, όπως ονομάζεται, μεταναστευτικό ρεύμα από την Eλλάδα προς τις υπερπόντιες χώρες την περίοδο 1880-1920 ή «H Πρώτη εν aμερική Mετανάστευσις», αποτελεί μέρος του μεγάλου ευρωπαϊκού μεταναστευτικού ρεύματος την ίδια περίοδο προς τις υπερπόντιες χώρες και ιδιαίτερα τις Hνωμένες Πολιτείες. H εξέλιξη του ελληνικού μεταναστευτικού ρεύματος προς τις υπερπόντιες χώρες την περίοδο 1881-1920 απεικονίζεται στον πίνακα που ακολουθεί:


Μεταναστευτικός πυρετός


H «χρυσή δεκαετία» του μεταναστευτικού πυρετού προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ήταν η δεκαετία 1906-1915, όπου από την Ελλάδα μετανάστευσαν προς τις HΠΑ 250.555 άτομα, δηλαδή το 65% περίπου των Ελλήνων μεταναστών προς τις υπερπόντιες χώρες κατά την περίοδο 1881-1920. H υπερδιόγκωση αυτή του πρώτου μεταναστευτικού ρεύματος την περίοδο 1906-1915 αποκαλύπτει με σαφήνεια ότι στους «απωθητικούς» παράγοντες, δηλαδή στους παράγοντες που ωθούν προς την υπερπόντια μετανάστευση, σημαντική θέση δίπλα στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες κατέχουν και οι πολιτικές συνθήκες. H εμπόλεμη κατάσταση, αλλά και οι πολιτικές εκτροπές και ανωμαλίες γίνονται πρόξενοι μεγάλων πληθυσμιακών μετακινήσεων. H ανυποταξία είναι σημαντική αυτήν τη δεκαετία, καθώς και την προηγούμενη, όπως διαφαίνεται από τις καταστάσεις επιστρατεύσεων κατά νομό των ετών 1897 και 1912. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ποσοστά των ανυπότακτων είναι αυξημένα για στρατεύσιμους που κατάγονται από σταφιδοφόρες επαρχίες, όπου η οικονομική δυσπραγία, εξαιτίας της πτώσης της σταφιδικής οικονομίας, είναι πολύ μεγάλη και ο αριθμός των φυγόστρατων αυξημένος. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ κάποιοι διαφεύγουν τη στράτευση ή την επιστράτευση μεταναστεύοντας προς τις υπερπόντιες χώρες, κάποιοι άλλοι, παλαιότεροι, μετανάστες στη Bόρεια Αμερική επιστρέφουν στην Eλλάδα και παίρνουν μέρος στους Bαλκανικούς Πολέμους.


H διερεύνηση της σύνθεσης αυτού του πρώτου μεταναστευτικού ρεύματος όσον αφορά τα δημογραφικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον προκειμένου να γίνουν κάποιες υποθέσεις εργασίας σχετικά με τη στάση των μεταναστών απέναντι στη νέα εργασία τους, τους πρωτόγνωρους κοινωνικούς θεσμούς, τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τα νέα ήθη.


H συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων μεταναστών είναι στα πρώτα χρόνια άνδρες, αλλά με το πέρασμα του χρόνου η αναλογία των γυναικών αυξάνεται. από νεώτερες μελέτες, σύμφωνα με επεξεργασμένα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Yπηρεσίας της Eλλάδος (EΣYE), προκύπτει ότι ενώ το 1896 στους 100 μετανάστες, 2,4 ήταν γυναίκες, το 1906 3,7 και το 1910 6,5, το 1914 η αναλογία θα φτάσει στις 12,4 γυναίκες και το 1924 στις 57,0. από τον Α. Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ίσως δε και λίγο νωρίτερα, εκδηλώνεται μια τάση για μόνιμη εγκατάσταση των Ελλήνων μεταναστών στις υπερπόντιες χώρες. H τάση αυτή δίνει ώθηση στην «εξαρτημένη» μετανάστευση των γυναικών (γάμος με μετανάστη), αλλά συνοδεύεται, παράλληλα, από την παρουσία και ενίσχυση της «αυτόνομης» μετανάστευσης των Ελληνίδων γυναικών. Γενικά, μετά τον Α. Παγκόσμιο Πόλεμο, εμφανίζεται ένα νέο πρόσωπο της γυναίκας σε πολλούς κοινωνικούς τομείς.


Οι μετανάστες, άνδρες και γυναίκες, στις υπερπόντιες χώρες ηλικιακά απαρτίζονται, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, από άτομα που μπορούν να δεσμευτούν αποδοτικά στην παραγωγική διαδικασία, δηλαδή από άτομα των παραγωγικών ηλικιών μεταξύ 15 και 44 ετών. Οι ηλικίες αυτές παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή, την περίοδο του μπουμ του μεταναστευτικού ρεύματος προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Συγκεκριμένα την περίοδο 1906-1910 η ηλικιακή αυτή ομάδα κάλυπτε το 96,2% των μεταναστών, ενώ την αμέσως επόμενη πενταετία 1911-1915 το 93,5%. Σύμφωνα πάντα με τα προηγούμενα επεξεργασμένα στοιχεία της EΣYE, την περίοδο 1899-1922 σημαντική είναι και η συμμετοχή των ηλικιών 14 ετών και κάτω (ιδιαίτερα της ηλικίας 10-12-14 ετών σε σχέση με την ηλικιακή ομάδα των 45 και άνω) γεγονός που επιβεβαιώνει τις συνθήκες πρωταρχικής συσσώρευσης με τη συμμετοχή παιδιών στην παραγωγική διαδικασία.


Την περίοδο 1890-1920 οι περισσότεροι μετανάστες είναι άγαμοι, ενώ οι έγγαμοι στην αρχή έρχονται χωρίς την οικογένειά τους, η οποία θα ακολουθήσει, σε σημαντικό ποσοστό, λίγα χρόνια αργότερα. Το ποσοστό των άγαμων ανδρών είναι συντριπτικά μεγαλύτερο εκείνου των άγαμων γυναικών, που προέρχονται από αγροτικές περιοχές. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο άγαμος μετανάστης τα πρώτα χρόνια εργάζεται με κύριο στόχο να ενισχύσει την οικογένειά του που έμεινε πίσω και ιδιαίτερα να στηρίξει τα ασθενέστερα μέλη της, ιδίως τις ανύπαντρες αδελφές. O έγγαμος που δημιουργεί οικογένεια στη νέα πατρίδα πολλές φορές διχάζεται ανάμεσα στη στήριξη της νέας και της παλιάς οικογένειας. Αλλά και όσοι μένουν πίσω έχουν τις δικές τους απαιτήσεις, όπως γλαφυρά απεικονίζεται στην παρακάτω επιστολή που γράφει ένας πατέρας στον μετανάστη γιο του, παραπονούμενος ότι δεν του στέλνει λεφτά:


H κρίση της σταφιδικής οικονομίας


Το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα προς τις υπερπόντιες χώρες αρχίζει να διογκώνεται από τη δεκαετία 1891-1900 και μετά, όταν πλέον η κρίση της σταφιδικής οικονομίας το 1892 -όπως αυτή εκδηλώθηκε κάτω από την επίδραση δραματικών μεταβολών: αποκατάσταση των αμπελώνων στη Γαλλία, μείωση της ζήτησης από την aγγλία, αλλαγή των καταναλωτικών προσώπων με τη δημιουργία βιομηχανικών υποκατάστατων της σταφίδας και, τέλος, είσοδος στη διεθνή αγορά νέων σταφιδοπαραγωγικών περιοχών- ωθεί δεκάδες χιλιάδες μικροπαραγωγούς, μικρεμπόρους, αγρότες και εργάτες που δεσμεύονταν στην παραγωγή του συγκεκριμένου προϊόντος να πάρουν τους δρόμους της μαζικής φυγής από την ύπαιθρο προς τα αστικά κέντρα του εσωτερικού και ύστερα στα μεγάλα βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα των υπερπόντιων χωρών. Δίπλα σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε αρκετές χιλιάδες αγρότες – κολλήγους από τη Θεσσαλία, καθώς η λύση του θεσσαλικού προβλήματος (αποκατάσταση των ακτημόνων) φαίνεται να βρίσκεται ακόμη μακριά.


Όμως, το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα αρχίζει ενωρίτερα. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1880 δεκάδες εκατοντάδες αγρότες από τις αγροτικές περιοχές της Λακωνίας και της Αρκαδίας, πιεζόμενοι από την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών στις ορεινές περιοχές παίρνουν τον δρόμο προς τις γειτονικές βαλκανικές και μεσογειακές χώρες αλλά και τις υπερπόντιες χώρες. Οι ορεινές οικονομίες με τα κτηνοτροφικά και δημητριακά προϊόντα, που σε πολλές περιοχές της χώρας λειτουργούν συμπληρωματικά με τις πεδινές οικονομίες, θα αισθανθούν πιο γρήγορα τους τριγμούς της μεγάλης επερχόμενης κρίσης της ελληνικής οικονομίας και θα προηγηθούν από τους πεδινούς στη μεγάλη έξοδο.


Mέσα στην ίδια περίοδο θα ακολουθήσουν τους δρόμους εσωτερικής μετανάστευσης και ύστερα της εξωτερικής, εργάτες, αγρότες και μικροτεχνίτες, τόσο από τα νησιά του Αιγαίου όσο και του Ιονίου Πελάγους, καθώς οι επερχόμενες αλλαγές από τη μετάβαση από το ιστίο στον ατμό και η διαμόρφωση νέων εμπορικών θαλάσσιων δρόμων ωθούσαν στη δημιουργία ενός νέου πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, που δύσκολα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εντοπίως μέσα σε συνθήκες οικονομικής, εμπορικής και ναυτιλιακής δυσπραγίας.


Οι πληθυσμιακές μετακινήσεις που γίνονται κάτω από τις προηγούμενες συνθήκες από πόλεις-λιμάνια του εσωτερικού σε άλλες πόλεις-λιμάνια είναι και φορείς μεταφοράς τεχνογνωσίας από τη μια περιοχή στην άλλη. Kάποιες πόλεις έτσι υποβιβάζονται και άλλες αναβαθμίζονται εμπορικά και βιομηχανικά, όπως συμβαίνει με το ζεύγος Πάτρα-Πειραιάς, όπου η πρώτη έρχεται, με την κάμψη της, να ενισχύσει την άνοδο της δεύτερης.


Είναι διακριτό ότι ως τα τέλη του 19ου αιώνα είναι σημαντικό και το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις μεσογειακές χώρες, ενώ από το 1890 αρχίζει να ενισχύεται το ρεύμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, και την περίοδο 1900-1920 δίπλα σε αυτό θα κινείται και το ρεύμα προς τις βαλκανικές και αφρικανικές χώρες.


Kλείνοντας αυτήν τη διερεύνηση της σύνθεσης του πρώτου μεταναστευτικού ρεύματος από την Eλλάδα προς τις υπερπόντιες χώρες θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η καθιερωμένη εικόνα του μετανάστη προς τις HΠΑ -φτωχός και αγράμματος αγρότης- θα πρέπει να τροποποιηθεί. Οι μετανάστες της περιόδου 1880-1920 ήταν λιγότερο αγράμματοι από τον μέσο όρο όσων έμειναν πίσω, ήταν οι πιο δραστήριοι, ευκίνητοι και προσαρμοστικοί από τα αγροτικά στρώματα και μπορούσαν πιο εύκολα να αντιμετωπίζουν τη μεγάλη περιπέτεια της αναχώρησης για τις υπερπόντιες χώρες.


Οι παράγοντες «προσέλκυσης», δηλαδή οι οικονομικοί κυρίως όροι που συνδέονται με το καθεστώς της απασχόλησης στις χώρες υποδοχής και στην περίπτωσή μας ιδιαίτερα στις HΠΑ, έπαιξαν σοβαρό ρόλο, όχι πάντως υπέρτερο από ότι οι παράγοντες «απώθησης». Τα υποκειμενικά κίνητρα παίζουν τον δικό τους ρόλο προκειμένου να ληφθεί η απόφαση για τη μεγάλη αναχώρηση. αυτές οι διαθέσεις μπορεί να ενισχύθηκαν από τις μεγάλες καμπάνιες των ατμοπλοϊκών επιχειρήσεων, που παρουσίαζαν τις πόλεις των HΠΑ σαν παραμυθένιες. Αλήθεια ακόμη είναι ότι οι συνθήκες απασχόλησης με τους υψηλούς μισθούς ήσαν πολύ πιο ευνοϊκές απ’ ότι στον τόπο αναχώρησης.


Οι HΠΑ, από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, οπότε «ο δρόμος προς τη Δύση» έφτανε στο τέλος του, έμπαιναν στην τελευταία φάση κατασκευής του σιδηροδρομικού συστήματος μεταφορών, στην επέκταση της βιομηχανίας με παράλληλη ανάπτυξη της γεωργίας. Σε λίγα χρόνια θα αναδεικνύονταν οικονομικά ισότιμη (ή και υπέρτερη) με την πρώτη βιομηχανική χώρα της Ευρώπης, την Αγγλία, και με την αναδυόμενη οικονομία της Γερμανίας. Όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους, αλλά ο καθοριστικός παράγοντας της μαζικής φυγής ήταν οι απαγορευτικοί οικονομικοί και κοινωνικοί όροι στη χώρα προέλευσης για εκατοντάδες χιλιάδες απόκληρους αγρότες κυρίως. Το «αμερικανικό θαύμα» αρχίζει να επιτελείται με τη συνεισφορά και την εκμετάλλευση εργατικών δυνάμεων όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως την Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία.


Πηγή: Καθημερινή