Μετά τα γουρούνια, οι γουρούνες


του Δημοσθένη Κούρτοβικ


Ενώ οι φεμινίστριες του ’70 αποτίναζαν τα δεσμά του σουτιέν και τα βάρη του μεϊκάπ, οι μεταμοντέρνες φεμινίστριες ή «μεταφεμινίστριες» όχι μόνο τα σηκώνουν ασμένως αλλά και τονώνουν τη γυναικεία αυτοπεποίθησή τους με ανορθωτικές στήθους, εμφυτεύματα σιλικόνης και αιδοιοπλαστικές. Ενώ για εκείνες η γυναικεία απελευθέρωση περνούσε μέσα από την ανακάλυψη του κλειτοριδικού οργασμού, οι επίγονοί τους βρίσκουν απελευθερωτικό το να ενσαρκώνουν με τον πιο κιτσάτο τρόπο τα κλασικά στερεότυπα του σέξι θηλυκού. Ενώ εκείνες σιχαίνονταν τον ανδρικό σεξουαλικό οπορτουνισμό, οι θυγατέρες τους ονειρεύονται να μοιάσουν στη Σαμάνθα, την ανδροβόρο πρωταγωνίστρια του Sex and the City, που δεν κυκλοφορεί ποτέ χωρίς προφυλακτικά στην τσάντα της.


Αντίδραση μήπως στις δογματικές ντιρεκτίβες για την πολιτικά ορθή γυναικεία συμπεριφορά, που έβγαζαν οι Πασιονάριες του φεμινισμού, φτάνοντας μερικές φορές ώς το σημείο να διακηρύσσουν ότι η συνουσία είναι βιασμός και ο λεσβιασμός πολιτική επιλογή; Από μια άποψη, ναι. Από μια άλλη άποψη, όμως, πρόκειται για ακραία, ασφαλώς αθέλητη, αλλά λογική συνέπεια του τρόπου που αντιλαμβανόταν ο ριζοσπαστικός φεμινισμός τη γυναικεία απελευθέρωση: όχι απλώς ως θεσμική εξίσωση των δύο φύλων (που έχει ήδη επιτευχθεί) ούτε ως ισότητα ευκαιριών (που και αυτή έχει προχωρήσει σημαντικά) αλλά ως εξομοίωση. Εξομοίωση που εδώ αποκτά μια ειδική έννοια. Αν οι άνδρες είναι σεξουαλικά επιθετικοί και πολυσυλλεκτικοί, γιατί να μην είναι και οι γυναίκες; Αν στους άνδρες αρέσει να χαζεύουν ωραία γυναικεία κορμιά στις σελίδες του (ειρήσθω εν παρόδω, γυναικοκρατούμενου πλέον) Playboy ή στις πίστες των στριπτιζάδικων, γιατί να μην αρέσει και στις γυναίκες και γιατί μάλιστα να μη θέλουν οι ίδιες να βιώσουν τη «γυναικεία δύναμή» τους στον ρόλο του γυμνού μοντέλου ή της στριπτιζέζ; Αν η γυναίκα έχει δικαίωμα στο σώμα της, γιατί να μην το χρησιμοποιεί για να πετυχαίνει την επιβεβαίωση και την επαγγελματική άνοδό της; Με δυο λόγια: αν υπάρχουν τόσο πολλοί φαλλοκράτες, γιατί να μην υπάρχουν εξίσου πολλές φαλλοκράτισσες;


Έχει σημασία ότι την επίθεση ενάντια στα «θηλυκά φαλλοκρατικά γουρούνια» (κατά το male chauvinist pigs) και της σύγχρονης κουλτούρας του ξέκωλου δεν την εξαπολύει κάποια υπερσυντηρητική, σεμνότυφη Αμερικανίδα, που θα μπορούσε σήμερα να είναι ακτιβίστρια του Tea Party, αλλά μια νεαρή δημοσιογράφος του περιοδικού The New Yorker (τριάντα ενός ετών ήταν το 2005, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο της), κόρη γονιών με φεμινιστικές ιδέες και φεμινίστρια η ίδια, όπως αυτοπροσδιορίζεται, αλλά με ανοιχτά μάτια για τη μονολιθικότητα και τις ακρότητες του φεμινισμού της προηγούμενης από τη δική της γενιάς.


Δεν είναι άραγε παράδοξο ότι η «νέα σεξουαλική αναρχία» συμπίπτει με την κυριαρχία του πολιτικού συντηρητισμού στον δυτικό κόσμο, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες; Όχι, δεν είναι παράδοξο, απαντάει η Ariel Levy και έχει δίκιο. Η κουλτούρα του ξέκωλου δεν σηματοδοτεί μια εξέγερση ενάντια στις κυρίαρχες αξίες αλλά το αντίθετο, είναι υποδειγματική περίπτωση συμμόρφωσης με την πρώτιστη επιταγή του σύγχρονου καπιταλισμού: για να υπάρχεις, πρέπει να καταναλώνεις συνεχώς, από εμπορεύματα μέχρι εμπειρίες, που και αυτές ανάγονται σε εμπορεύματα. Το πρότυπο εδώ είναι μια άλλη φιγούρα του Sex and the City, η Κάρι, η οποία επιδεικνύει τα Μανόλο Μπλάνικ της με το ίδιο πνεύμα που η Σαμάνθα διηγείται στις φίλες της πώς ξεπετάει τους άνδρες: είναι ενθουσιώδεις καταναλώτριες, που μετρούν την αυτοπεποίθησή τους με τα καταναλωτικά τρόπαιά τους.


Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πορνοποίηση της κουλτούρας, που διαφημίζεται ως απελευθέρωση, προπαντός για τις γυναίκες, αλλά στην πραγματικότητα φυλακίζει τη σεξουαλικότητα στον ψυχαναγκαστικό καταναλωτισμό. Πορνοστάρ, όπως η διάσημη Τζένα Τζέιμσον, στριπτιζέζ, κολ γκερλ γίνονται είδωλα της πολιτισμικής σκηνής και γράφουν βιβλία που πουλούν ίσως περισσότερο και από τις «περφόρμανς» τους. Η έρευνα της Ariel Levy εστιάζει στην αμερικανική κοινωνία, αλλά ξέρουμε πολύ καλά ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται εκεί. Στην Ελλάδα, δεν πάει πολύς καιρός που μανάδες οδηγούσαν τα παιδιά τους στη Τζούλια Αλεξανδράτου για να εξασφαλίσουν αυτόγραφό της.


Το θλιβερότερο είναι ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με αισθησιασμό. Στην κουλτούρα του ξέκωλου, το σέξι δεν εκφράζει ερωτική διάθεση, είναι υπόκριση ερωτικής διάθεσης, ακριβώς όπως την παριστάνουν οι πορνοστάρ και οι στριπτιζέζ, οι οποίες, αν αισθάνονται κάτι κατά τη διάρκεια των επιδείξεών τους, είναι βαρεμάρα ή πόνοι για τις ακροβατικές στάσεις που πρέπει να παίρνουν. Φαίνεται όμως πως ίσα ίσα αυτή η αποσύνδεση της σέξι εικόνας από τη λίμπιντο ελκύει τις γυναίκες που αρέσκονται σε τέτοια θεάματα. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση μιας από τις πολλές κοπέλες από τις οποίες πήρε συνέντευξη η Levy: «Τα γουστάρω πολύ τα μπαρ βυζιών. Δεν ξέρω γιατί …; Δεν με τραβούν οι κοπέλες αλλά μου αρέσει το βαριεστημένο βλέμμα τους την ώρα που χορεύουν. Φορούν πάντα εκείνες τις πραγματικά μυτερές ψηλοτάκουνες άσπρες δερμάτινες μπότες και απλώς κοιτάνε το ταβάνι».


Η ασυγκίνητη, αλλά «σέξι» στριπτιζέζ που λικνίζεται μηχανικά κοιτώντας το ταβάνι είναι η προβολή της διάθεσης πολλών νεαρών γυναικών, που η εμφάνιση και η συμπεριφορά τους διαλαλούν έναν ανύπαρκτο αισθησιασμό, που κάνουν σεξ χωρίς πραγματικά να το θέλουν, απλώς για να πετύχουν την επιβεβαίωση ή την αποδοχή τους. Η Levy προσπαθεί, και καλά κάνει, να εξηγήσει στις αναγνώστριές της ότι για να έχει μια γυναίκα υγιή σεξουαλική ζωή πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει τις αληθινές επιθυμίες της. Αλλά εδώ είναι το πρόβλημα. Για τη γυναίκα, η αναγνώριση των ερωτικών επιθυμιών της είναι κάτι πιο περίπλοκο από ό, τι για τον άνδρα και προϋποθέτει αναγνώριση του εαυτού της γενικά, που και αυτή γίνεται με διαφορετικές διαδικασίες από ό, τι στον άνδρα (παρεμπιπτόντως, ενδιαφέροντα πράγματα πάνω σ’ αυτό λέει η δική μας «Ελπίδα Σ.» στο πρόσφατο βιβλίο της «Τα φύλα χωρίς φύλλα», που, αν και γραμμένο από μια πρώην πόρνη, είναι πολύ πιο αισθαντικό και ψαγμένο από τα απομνημονεύματα ή τα ημερολόγια των περισσότερων κολ γκερλ). Οι ιδιαιτερότητες της γυναικείας φύσης δεν απασχόλησαν ποτέ στα σοβαρά το φεμινιστικό κίνημα, που είχε την τάση να τις αποδίδει όλες στην πατριαρχική κουλτούρα, παρά τις πρώιμες προεδοποιήσεις μιας φεμινίστριας και αληθινής επαναστάτριας όπως η ΄Εμα Γκόλντμαν.


Η εσωτερική απελευθέρωση της γυναίκας (και στα ερωτικά) έχει ακόμη μακρύ δρόμο μπροστά της. Τον κάνουν μακρύτερο οι συνταγές απελευθέρωσης που πλασάρουν ο ιδεολογικός δογματισμός (όσος έχει μείνει) από τη μια, η εμπορική κουλτούρα του ξέκωλου από την άλλη.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 3-9-2011