Ο Τοκογλύφος, του «Ανωνύμου του Έλληνος»

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί προδημοσίευση του βιβλίου «BANKRUPT.GR ΧΡΩΣΤΑΩ ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΑΣ» (Εκδόσεις Άγνωστο, Δεκέμβριος 2011). Ο συγγραφέας του, συνεργάτης του Tvxs, υπογράφει ως «Ανωνύμου του Έλληνος» και είναι ένας από τους εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που έχουν ήδη χρεοκοπήσει καθώς η, διασωληνωμένη στην Εντατική της Τρόικας, χώρα τους πάσχιζε ν’ αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία… Από τις ιστορίες που του είχαν εκμυστηρευθεί τα θύματα των εγκληματικών κυκλωμάτων τοκογλυφίας στη Θεσσαλονίκη, εμπνευστηκε και το κεφάλαιο “Ο Τοκογλύφος”, που δημοσιεύουμε σήμερα.


Ανάγκη, τι μυτερή βελόνα!!!» Γουίλιαμ Σαιξπηρ
Όταν περάσεις από το στάδιο της υπερχρέωσης στο κατώφλι της χρεοκοπίας το μόνο που εύχεσαι στον εαυτό σου είναι να μην χρειαστείς την ανάγκη κάποιου τοκογλύφου. Κι όμως, αρκετοί καταλήγουν νομοτελειακά στα πλοκάμια τους. Όταν η τράπεζα δεν σε δανείζει πλέον, η επιχείρησή σου είναι στα πρόθυρα της πτώχευσης και οι δικοί σου γυρίζουν την πλάτη τους, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Όταν σε τυλίγει η απόγνωση και σκέφτεσαι το χειρότερο, ο Τοκογλύφος είναι πάντα μια επιλογή –απελπισίας ασφαλώς. Είναι εκεί και περιμένει να σε «βοηθήσει», με τσουχτερά πάντοτε ανταλλάγματα…

Αρκετά χρόνια πάλευα με τα χρέη μου προσπαθώντας να τα διαχειριστώ αξιοπρεπώς. Μάταια όμως. Ό,τι κι αν έκανα δεν μπορούσα να τα περιορίσω, ακόμη κι όταν η οικονομία ήταν σε φάση ανάπτυξης. Εκείνα συνεχώς αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο. Αυτοτροφοδοτούνταν μέσω των ληστρικών επιτοκίων. Ήταν σαν να πάλευες με ψηλά κύματα και μόλις τα περνούσες έρχονταν ακόμη ψηλότερα κύματα εναντίον σου. Προσπαθούσες, αλλά το μόνο που κατάφερνες ήταν να κερδίσεις λίγο χρόνο. Στο τέλος πάντα θα έχανες.


Κάποια στιγμή ήρθε η Κρίση και τα προσχήματα έπεσαν. Το «λίπος» κάηκε. Δεν υπήρχε ούτε σάλιο. Ρευστότης μηδέν. Το μόνο που απέμεινε ήτανε ο ωμός εκβιασμός: Δώσε μου αυτά που μου χρωστάς αλλιώς θα σε καταστρέψω. Δώσε μου να φάω αλλιώς θα σε σκοτώσω ή θα σε φάω. Κανονικός κανιβαλισμός. Και τότε εμφανίστηκε ο Τοκογλύφος…


Μου τον σύστησαν ως έναν «αξιοπρεπή επιχειρηματία» που ήξερε πώς να βγάζει λεφτά ακόμη και στην εποχή της Κρίσης. Τον σεβόντουσαν όλοι στην πιάτσα. Το όνομα του άνοιγε πόρτες και τα λόγια του ήταν συμβόλαιο. Σε μια στιγμή λοιπόν μεγάλης οικονομικής ανάγκης και αίσθησης αδιεξόδου ένας ομόσταβλός μου επιχειρηματίας προθυμοποιήθηκε να μου κλείσει ένα ραντεβού μαζί του. Προλείανε μάλιστα το έδαφος λέγοντας του, υποτίθεται, «καλά λόγια» για μένα.
Στην αρχή έτρεμα στη σκέψη πως θα κατέφευγα σ’ έναν Τοκογλύφο. Τι είχα όμως να χάσω αφού ήμουν ήδη χαμένος; Καμένο χαρτί. Άλλωστε θα πήγαινα απλά να τον γνωρίσω και να ακούσω τι είχε να μου προτείνει.

***

Το γραφείο του βρισκόταν σε μια ακριβή περιοχή στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η ξανθιά γραμματέας του μου πρόσφερε Ice Tea όσο περίμενα στον προθάλαμο. Μιλούσε συνεχώς στο τηλέφωνό της αλλά που και που μου έριχνε κι από ένα διερευνητικό βλέμμα, σαν κι αυτά που ρίχνουν οι κρεατέμποροι στα υποψήφια προς σφαγή αμνοερίφια. Δεν αισθανόμουν και πολύ βολικά. Ποιο αρνί άλλωστε βιάζεται να ‘ρθει το Πάσχα;


Ήρθε η σειρά μου να περάσω στο εσωτερικό, να συναντήσω τον Μεγάλο. Προχώρησα με μικρά διστακτικά βήματα. Εκείνος κατάλαβε το δισταγμό μου και σηκώθηκε από το πολυτελές γραφείο του να με χαιρετίσει εγκάρδια. Ήταν ένας λεπτοκαμωμένος πενηντάρης με πυκνά μαλλιά στο κεφάλι του και μαυρισμένο από την ηλιοθεραπεία δέρμα. Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο σακάκι κι ένα ρολόι-κόσμημα στο χέρι του, απ’ αυτά που κοστίζουν μια μικρή περιουσία Μου έδωσε χειραψία. Η παλάμη του ήταν σαν «ψόφιο ψάρι». Μου είπε πως ήθελε να νιώθω άνετα. Σαν στο σπίτι μου. Στην αρχή μου φάνηκε σαν ένας άκακος και σχεδόν καλοπροαίρετος άνθρωπος. Tα πραγματικά αρπακτικά ξέρουν να κρύβουν τα νύχια τους. Και τα μπήγουν πάντα σ’ εκείνους που έχουν φτερά…

Αφού μ’ έβαλε να βουλιάξω σ’ ένα μαύρο δερμάτινο καναπέ μου πρόσφερε ποτό, ουίσκι δεκαπενταετίας. «Όχι ευχαριστώ, σήμερα λέω να μην πιω», του αρνήθηκα ευγενικά. Άρχισε πρώτος να μιλά για πέντε λεπτά περί ανέμων και υδάτων, έτσι για να χαλαρώσει η ατμόσφαιρα. Μετά μου είπε πως γνώριζε για μένα και τη δουλειά μου και πως με είχε σε εκτίμηση. «Ξέρω τι τραβάς», μου είπε συγκαταβατικά, «μη νομίζεις όμως, πολύς κόσμος είναι στην ίδια κατάσταση. Όλοι χρωστούν σε όλους. Έτσι είναι… Στην εποχή της Κρίσης το μετρητό είναι το παν. Σε αβέβαιους καιρούς βασιλεύει πάντα το ρευστό». Πρόφερε τη λέξη ρευστό σαν να έλεγε γλυκό, μόνο και μόνο για να μου τρέξουν τα σάλια. Σχεδόν τα κατάφερε. Το σίγουρο ήταν πως πριν έρθω εδώ είχε φροντίσει να περισυλλέξει κάποιες χρήσιμες πληροφορίες για την περίπτωσή μου. Ένιωθα σαν να ήξερε τα πάντα για μένα, τουλάχιστον το οικονομικό μου προφίλ. Ο σκοπός αυτού του ραντεβού ήταν μάλλον για να διαπιστώσει τι σόι τύπος ήμουν, αν ήμουν κανένας ψευτόμαγκας ή θεοπάλαβος. Δεν τον διευκόλυνα γιατί παρέμεινα σιωπηλός. Η αλήθεια βέβαια ήταν πως μέσα στο μυαλό μου συνέβαινε μια μόνιμη καταιγίδα. Υπήρχε θόρυβος σκέψεων, πολύς θόρυβος. Με καταδίωκαν οι δαίμονες μου. Πουθενά σιωπή. Άλλωστε είχα ήδη μετανιώσει που ήρθα. Τι μπορούσα να κάνω καλύτερα από το να παραμείνω σιωπηλός, προσπαθώντας να οργανώσω τις σκέψεις μου;


«Δεν ξέρω τι έχεις ακούσει για μένα…», συνέχισε κοιτώντας με επίμονα σαν να μάντευε τις σκέψεις μου, «αλλά καλύτερα να μην πιστεύεις σε φήμες. Έχω, ξέρεις, βοηθήσει πολλούς ανθρώπους. Ήρθαν σ’ εμένα επιχειρηματίες που ήταν έτοιμοι ν’ αυτοκτονήσουν και τους βοήθησα. Τους έσωσα τη ζωή. Τους έδωσα μια δεύτερη ευκαιρία να σηκωθούν και να ξανασυνεχίσουν, όταν όλοι οι άλλοι τους είχαν ξεγραμμένους».

Μιλούσε λες και ήταν κάποιος μικρός θεός, που έσωζε ανθρώπους και χάριζε ζωές. Ήθελε να βλέπει την τοκογλυφία ως μια θεάρεστη αποστολή. Ήθελε να απενοχοποιήσει τη συνείδησή του από το βάρος των χρημάτων που κέρδιζε μ’ αυτό τον αισχρό τρόπο. Το ίδιο κάνουν άλλωστε και οι περισσότεροι άνθρωποι. Ονομάζεται Γνωστική Ασυμφωνία: αντί να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους στις πεποιθήσεις τους, προσαρμόζουν τις πεποιθήσεις τους στη συμπεριφορά τους.

«Ξέρετε γιατί ήρθα εδώ…» άρχισα να του λέω μασώντας τα λόγια μου, «Νομίζω πως θα μπορούσατε να βοηθήσετε κι εμένα… Να μου προσφέρετε, με το αζημίωτο, ένα ιδιωτικό δάνειο που θα σας το ξεχρεώσω μόλις ξελασπώσω».
Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια, που έμοιαζαν σαν δυό μικροί σβησμένοι ήλιοι. Είχα διαβάσει για «πετυχημένους» επιχειρηματίες που ήταν στην ουσία αδιάγνωστοι ψυχωσικοί, οι οποίοι έκρυβαν την ψυχοπάθεια τους στην εργασιομανία τους, στη γοητεία τους και στην ικανότητά τους να χειραγωγούν τους άλλους. Τους καταλάβαινες μόνον από την αδυναμία τους να έχουν συναισθηματική κατανόηση για τους άλλους.
«Χμ, δεν είναι τόσο απλό…», άρχισε να λέει δήθεν σκεπτικός, «δεν είναι εύκολο να βρεις μετρητά στην εποχή μας. Το μετρητό είναι ακριβό. Αυτό που ζητάς κοστίζει…»
«Πόσο;» τον ρώτησα χωρίς υπεκφυγές.


«Δέκα τοις εκατό το μήνα, εφόσον δεν υπάρχει εμπράγματη εγγύηση, αλλιώς πέντε τοις εκατό». Μου απάντησε με την ψυχρότητα ενός λογιστή, που γνώριζε τις τιμές σχεδόν όλων των προϊόντων αλλά την πραγματική αξία κανενός. «Δηλαδή αν μου δανείσεις εκατό θα πρέπει να σου επιστρέψω εκατόν δέκα σε ένα μήνα;» Τον ρώτησα, ενώ στο μαυροπίνακα του μυαλού μου έκανα ήδη υπολογισμούς που μου έλεγαν πως σε δέκα μήνες θα έπρεπε να του επιστρέψω το διπλάσιο κεφάλαιο, πράγμα απλώς αδύνατον.


«Ναι, ακριβώς έτσι δουλεύουμε. Ειδικά όταν δεν υπάρχει κάποιο ακίνητο ή υποθήκη, που να μας εξασφαλίζει… Δες το κι απ’ την πλευρά μας… Το ρίσκο είναι μεγάλο. Ξέρεις πόσα λεφτά χάνουμε όταν κάποιος στο τέλος αυτοκτονεί και δεν έχει ούτε οικογένεια για να μας ξεπληρώσει;» Μιλούσε σα να εκπροσωπούσε κάποιο σωματείο, που απαρτίζονταν από τύπους συνδεδεμένους με κερδοσκοπικές λυκοφιλίες.


Τρόμαξα, δείλιασα κι αυτό φάνηκε στο πρόσωπό μου. Τι πήγαινα να κάνω ο τρελός; Αναρωτήθηκα, αρχίζοντας να μηχανεύομαι τρόπους για να ξεφύγω. Δεν είχε νόημα να παρατείνω για λίγο την αγωνία μου, παίρνοντας ένα εξοντωτικό δάνειο από τον Τοκογλύφο που σε τελική ανάλυση θα με κυνηγούσε μέχρι θανάτου για να πάρει τα υπερτοκισμένα λεφτά του πίσω. Είχα ήδη αρκετά μπλεξίματα με τις τράπεζες, τους νόμιμους τοκογλύφους. Καλύτερα να πτώχευα μια ώρα αρχύτερα, να χρεοκοπούσα, να γινόμουν ένας «ευτυχισμένος ακτήμονας». Ακόμη κι έτσι είχα επιλογές. Μπορούσα να γίνω σαν τον Βρετανό Μαρκ Μπόιλ που έζησε ένα χρόνο στην Αγγλία χωρίς καθόλου χρήματα κι έγραψε το αυτοβιογραφικό βιβλίο Ο Άφραγκος Άνθρωπος. Μπορούσα να το ρίξω κι εγώ στο Freeconomy, στο Τζαμπαντάν. Να τρέφομαι με «αστική τροφοσυλλογή», δηλαδή με ληγμένα τρόφιμα από τα κοντέινερ των σούπερ μάρκετ. Ναι, είχα καλύτερες επιλογές από το να πέσω στα δίχτυα αυτού του αδίστακτου Τοκογλύφου.


«Καταλαβαίνω τη θέση σας, αλλά θα ήθελα να το σκεφτώ λιγάκι…», του είπα προσπαθώντας να αποφύγω την οποιαδήποτε δέσμευση. Με κοίταξε μ’ ένα αυστηρό βλέμμα λες και κατάλαβε τις σκέψεις μου. Ήταν σαν να έλεγε: Χάρη σου κάνω σκουλήκι που χαραμίζω την ώρα μου για σένα τον χαμένο. Είδα την κακία να σπινθηροβολά μέσα απ’ τα μάτια του. Έναν κακόβουλο ηλεκτρισμό να διαπερνά το βλέμμα του, που μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Κατάλαβα πως ήταν ένας Driver που δεν του άρεσε να σπαταλάει το χρόνο του χωρίς να βγάζει συνεχώς χρήματα. Αλλά εγώ δεν ήθελα άλλο να με ξεζουμίζουν.

«Καλά, όπως νομίζεις… Θα ήθελα πάντως να το ξανασκεφτείς». Μου είπε ποντάροντας ίσως στην έκδηλη αναποφασιστικότητα μου. «Γι’ αυτό και σου προτείνω να ξαναβρεθούμε. Τι θα έλεγες για μεθαύριο το βράδυ να σου κάνω το τραπέζι στο εστιατόριο μου;»


Ανάμεσα στ’ άλλα ήταν και ιδιοκτήτης ενός γνωστού εστιατορίου πολυτελείας του κέντρου, απ’ αυτά που σύχναζαν σικ γκόμενες και χορτοφάγοι επιχειρηματίες.
«Χορτοφάγος;» Τον ρώτησα κοιτώντας τον δήθεν με απορία.
«Τι άλλο; Δεν το ξέρεις ότι μπορείς να σώσεις τον πλανήτη με το πιρούνι σου;»
Ήταν άλλο ένα σαρκοβόρο ον μεταμφιεσμένο σε «χορτοφάγο». Τρώει μια light σαλάτα για δείπνο, αλλά ξεκοκαλίζει ευχαρίστως περιουσίες κι ανθρώπινες ζωές. Δεν θα του έκανα τη χάρη να είμαι το επόμενο γεύμα του.


Πηγή: tvxs.gr