
Διοικούσε τον πιο ισχυρό «ιδιωτικό» στρατό της σύγχρονης Ευρώπης.
Ήταν ο μοναδικός από τους ανώτερους αξιωματούχους των ναζί που ο Χίτλερ τού απευθυνόταν στον ενικό. Ο Φύρερ έβαλε να τον δολοφονήσουν το 1934, αμέσως μετά την αιματηρή «νύχτα των μακριών μαχαιριών».
«Σ’ αυτό το πιο κοντόχοντρο σώμα στηριζόταν το πιο εξαίσιο κτηνώδες κεφάλι που μπορούσε να φανταστεί κανείς: ένα πρόσωπο ολοστρόγγυλο πάνω από το προγούλι με κρεμαστά μάγουλα, όλο αιματώδεις κηλίδες, που το διέσχιζε ένα δίκτυο από γαλαζωπές φλεβίτσες. Κάτω από το μέτωπο, πλατύ και χαμηλό, δυο ματάκια ζωηρά που λαμποκοπούσαν από το βάθος της οφθαλμικής κόχης, πνιγμένα σχεδόν από το λίπος… Μια μεγάλη ουλή τόνιζε την κτηνώδη έκφραση αυλακώνοντας βαθιά το αριστερό ζυγωματικό για να καταλήξει στη μύτη, κομμένη σχεδόν στα δύο και με το διάφραγμα συνθλιμμένο τόσο που η άκρη εξείχε από μόνη της, κόκκινη και στρογγυλή – που σ’ ένα άλλο πρόσωπο, λιγότερο αυστηρό, θα ήταν κωμική. Ένα κοντό, σκληρό μουστάκι σαν βούρτσα σχημάτιζε ένα σκούρο τρίγωνο στο πάνω χείλος και κάλυπτε τη μακρόστενη κοψιά του στόματος. Αντίθετα από την πρωσική στρατιωτική παράδοση, δεν ήταν ξυρισμένος: τα μαλλιά ήταν κοντά αλλά περιποιημένα. Τέλος, δύο μεγάλα αυτιά που στο επάνω μέρος κύρτωναν προς τα έξω έδιναν στο πρόσωπο μια νότα φαύνου».
Αυτό είναι το πιο επιτυχημένο φυσικό πορτρέτο του επαγγελματία στρατιώτη Ερνστ Ρεμ, του άνδρα που ήταν προορισμένος να διοικεί τον πιο ισχυρό «ιδιωτικό» στρατό όλης της Ευρώπης, και έγινε ο αρχηγός αυτής της «χαμένης γενιάς» του ναζισμού που θα εξαφανιζόταν τραγικά, με τα δικά τα λάθη και τα δικά της εγκλήματα, λίγο πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.
Η αλήθεια είναι ότι μεταξύ των προγόνων του Ρεμ δεν υπήρξε ούτε ένας στρατιωτικός: αν εξαιρέσουμε έναν θείο από τη μεριά του πατέρα, τον Σιγισμούνδο, που πολέμησε ως φαντάρος εναντίον των Γάλλων το 1870, όλοι οι άλλοι –ξεκινώντας από τον Τόμας Ρεμ που το 1600 ήταν βασιλικός σύμβουλος στο Χίρσμπεργκ του Σάαλ– υπήρξαν φιλήσυχοι κρατικοί υπάλληλοι της βαυαρικής μοναρχίας.
Ο πατέρας τού Ερνστ, ο Τζούλιους, γεννημένος στο Λάνγκεζεν το 1847, σε μια Βαυαρία έντονα καθολική και αντιδραστική, αρχιεπιθεωρητής των σιδηροδρόμων του Μονάχου, δεν είχε κάνει καν τη στρατιωτική του θητεία, και έδειχνε –όπως τον θυμάται ο γιος Ερνστ– «ένας άντρας σκληρός με τον εαυτό του, αυστηρός, οικονόμος». Ο Τζούλιους είχε παντρευτεί ένα όμορφο ξανθό κορίτσι από το Βιντσχάιμ, την Εμιλί Μπάλθλιζερ, και από τον γάμο τους γεννήθηκαν πολύ γρήγορα δύο παιδιά ενώ η οικογένεια διέμενε ακόμη στο Σβάινφουρτ: ο Ρόμπερτ (1879) που θα γινόταν και αυτός επιθεωρητής των σιδηροδρόμων, και η Ελεονόρα (1880), που θα νυμφευόταν τον Άντολφ Λίπερτ, διαχειριστή δασών και κτημάτων της αυτοκρατορίας.
Ο Ερνστ ήρθε στον κόσμο στις 28 Νοεμβρίου του 1887 στο Μόναχο της Βαυαρίας. Εκείνη την εποχή ο πατέρας του ήταν 40 ετών και η μητέρα του 30. «Θα τον κάνουμε εκπαιδευτικό», αποφάσισε ο επιθεωρητής σιδηροδρόμων. Αλλά, όπως θα εξομολογηθεί ο Ερνστ στη μητέρα του, με την οποία ήταν πολύ δεμένος, και όπως θα γράψει αργότερα στο Die Gesichte eines Hochverrates (Το πρόσωπο μιας έσχατης προδοσίας), «από παιδί είχα μόνο μια σκέψη και μια επιθυμία: να γίνω στρατιώτης». Όταν τελείωσε το δημοτικό, ο Ερνστ φοίτησε –κατά την πατρική επιθυμία– σε ένα κλασικό λύκειο, το «Humanistisches Maximiliansgymnsium». Το Ιούλιο του 1906, 19 ετών και ώριμος πια, εγκατέλειψε το σχολείο και εισήχθη ως υποψήφιος αξιωματικός στο 10ο σύνταγμα πεζικού «Πρίγκιπας Λουδοβίκος». Την ίδια εποχή, όχι πολύ μακριά από το Μόναχο, ένας νέος άφηνε για πρώτη φορά την οικογένειά του και πήγαινε να βρει την τύχη του στη Βιέννη: το όνομά του ήταν Αδόλφος Χίτλερ.
Το 1908 ο Ερνστ Ρεμ έγινε ανθυπολοχαγός. Το μοιραίο καλοκαίρι του 1914 –όταν βρόντηξαν τα «κανόνια του Αυγούστου»– τον βρήκε με άδεια στο Χέρσινγκ, ένα χωριουδάκι 30 χιλιόμετρα από το Μόναχο, στις όχθες του Άμερζεε. Ήταν, όπως τόσοι άλλοι, ένας καλός στρατιώτης, και χωρίς αμφιβολία θαρραλέος, αφού από τις πρώτες ημέρες δέχτηκε εκείνη την εχθρική ριπή που του απέκοψε το πάνω μέρος της μύτης. Αργότερα, οι κριτικοί αποκάλυψαν ότι η καριέρα του Ρεμ υπήρξε ανεξήγητα αργή: στον γερμανικό στρατό, πράγματι, δώδεκα χρόνια αναμονής είναι πολλά για την προαγωγή από υπολοχαγός σε λοχαγό.
Με αυτόν τον βαθμό ο Ρεμ απολύθηκε στα τέλη του 1919. Ήταν συνεπώς ένας δηλωμένος μοναρχικός. Στη διάρκεια της ανακωχής είχε πει στους στρατιώτες του ότι «σκόπευε να τηρήσει ως το θάνατο τον όρκο του στον βασιλέα του». Στην πραγματικότητα, θα γινόταν, στη μεταπολεμική Βαυαρία, ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους αυτής της γενιάς, που φάνηκε ανίκανη να προσαρμοσθεί στην αστική ζωή, συμμετέχοντας σε εξτρεμιστικές περιπέτειες των Σωμάτων Φράνκι και των παραστρατιωτικών οργανώσεων της Δεξιάς, μελλοντική πλατφόρμα του ναζισμού.
Πηγή: istoria.gr