Με τέτοια Ειρήνη, καλύτερος ο πόλεμος…

Την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, ένα από τα σημαίνοντα αντιπολεμικά έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, παρουσίασε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στη σκηνή της Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και με πρωταγωνιστές τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο και τον Φάνη Μουρατίδη.

Παρά την οικονομική συγκυρία, στην οποία αρκετοί απέδωσαν τη μειωμένη προσέλευση στις προηγούμενες παραστάσεις -με εξαίρεση τον «Πλούτο» του Σαββόπουλου-, οι κερκίδες του αργολικού θεάτρου ήταν κατάμεστες, αφ' ενός εξαιτίας της δημοφιλίας του πρωταγωνιστικού διδύμου και αφ' ετέρου γιατί ο κόσμος δείχνει να έχει περισσότερο από ποτέ την ανάγκη να γελάσει.

Υπό αυτό το πρίσμα, η παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη κρίνεται απόλυτα επιτυχής. Με κινητήριο μοχλό έναν «ημιτρανσέξουαλ» Ερμή (Φάνης Μουρατίδης) -ο οποίος αποθεώθηκε από το κοινό της Επιδαύρου κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της παράστασης- και έναν καταιγισμό από σεξιστικές ατάκες, κοινοτοπίες, παραπομπές σε λαϊκά σουξέ και, φυσικά, τα αναπόφευκτα σχόλια από τη σύγχρονη πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, που ρέπουν ενίοτε σε ένα στείρο λαϊκισμό.

Ο λόγος του Αριστοφάνη έλαμπε κατά διαστήματα διά της απουσίας του, δίνοντας θέση σε ένα θέαμα που παρέπεμπε στο «Αλ Τσαντίρι» του Λάκη Λαζόπουλου, με τις κερκίδες να σείονται σε κάθε ατάκα και επιτηδευμένη κίνηση του Φάνη Μουρατίδη -ντυμένος με μίνι φούστα, κόκκινες μπότες με δαντελένιο μαύρο πλέγμα, κορσάζ και φτερωτό καπέλο-, ο οποίος, δεδομένου του ρόλου που του ανατέθηκε να ερμηνεύσει, αντεπεξήλθε επαρκώς. Οι αριστοφανικές βωμολοχίες και το υπαρκτό διονυσιακό στοιχείο της κωμωδίας έγιναν η κερκόπορτα ώστε να χαθεί κάπου το μέτρο και μαζί με αυτό ο λυρισμός και το πανανθρώπινο-διαχρονικό περιεχόμενο του έργου.

Χειροκρότημα για τους συντελεστές της παράστασης Σε επίπεδο ερμηνειών, φιλότιμη υπήρξε επίσης η προσέγγιση του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Τρυγαίου, αν και οι νωπές μνήμες από την ερμηνεία του Θύμιου Καρακατσάνη στον αντίστοιχο ρόλο λειτουργούσαν σαφώς εναντίον του και ανέβαζαν τον πήχυ εξαρχής ψηλά. Κοινή ομολογία παραμένει ωστόσο ότι έχει να προσφέρει πολλά στο εν λόγω -και όχι μόνο- θεατρικό είδος.

Επιβλητική και συγκινητική η παρουσία του Γιώργου Κωνσταντίνου, που ερμήνευσε το μικρό σε έκταση ρόλο του ποιητή της «Παράβασης», αντλώντας από τη δεξαμενή της πολύχρονης πείρας του.

Το σχετικά λιτό σκηνικό της Ερσης Δρίνη κινήθηκε εν πολλοίς σε παραδοσιακά πρότυπα -λειτουργικό, χωρίς ωστόσο να διεκδικεί δάφνες αισθητικής- όχι όμως και τα κοστούμια, που η ίδια επιμελήθηκε, με αποκορύφωμα όλων την ενδυμασία του Ερμή. Ομοίως αρνητική υπήρξε και η «πολυσυλλεκτική» μουσική του Μίνου Μάτσα, με μόνη εξαίρεση δύο-τρία μελωδικά μέρη που συνόδευαν την εμφάνιση της Ειρήνης (Ελσα Σίσκου) και των δύο εταίρων (Μπέττυ Δραμισιώτη, Παναγιώτα Αλεξίου), και τα οποία -σε συνδυασμό με την άρτια χορογραφία της Κικής Μπάκα- δημιουργούσαν μία όμορφη αντίθεση με το προηγηθέν γκροτέσκο σκηνικό.

Πηγή: enet.gr