Επιστροφή των νέων στην ύπαιθρο

Πρόσφατα ευρήματα ερευνών δείχνουν μια σαφή τάση των νέων μορφωμένων ανθρώπων να επιστρέψουν στην ελληνική επαρχία και ένα σημαντικό ποσοστό από αυτούς να ασχοληθούν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το ποσοστό αυτό εστιάζεται κυρίως σε αυτούς που έχουν τη σχετική κατεύθυνση και είναι κάτοχοι οι ίδιοι ή οι οικογένειές τους μιας έστω οριακής γεωργικής εκμετάλλευσης.

Ο αγροτικός τομέας δείχνει να δικαιώνει αυτούς που πιστεύουν ότι μπορεί να αποτελέσει ισχυρό πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, που αναζητά στέρεο έδαφος για να ισορροπήσει. Μπορούμε να παράγουμε προϊόντα και πρώτες ύλες, να εξάγουμε, αλλά κυρίως να βελτιώσουμε την απασχόληση των νέων ανθρώπων γιατί στον τομέα δεν παρατηρείται το φαινόμενο της μαζικής «καταστροφής» θέσεων εργασίας, που χαρακτηρίζει τους άλλους κλάδους της οικονομίας. Η μείωση της απασχόλησης ήταν μόνον 3,4%.

Το διάστημα της τετραετίας 2008 – 2012, διαπιστώνεται εξαιρετικά μεγάλη αύξηση του κόστους παραγωγής, με μόνο το κόστος των εισροών να υπερβαίνει σε απόλυτα μεγέθη το 1 δισ. ευρώ, δηλαδή αύξηση 22,5%. Συγκεκριμένα, το κόστος ζωοτροφών αυξήθηκε 31% στην τετραετία και ανήλθε στο επίπεδο των 2,12 δισ. ευρώ, ενώ το κόστος ενέργειας αντίστοιχα αυξήθηκε κατά 64% υπερβαίνοντας το 2012 το 1,5 δισ. ευρώ. Αυτές οι δυο συνιστώσες εισροών καλύπτουν αθροιστικά το 55% της συνολικής δαπάνης στην παραγωγική διαδικασία, ενώ και οι φόροι αυξήθηκαν από 182 εκατ. ευρώ σε 351,2 εκατ. ευρώ (αύξηση 93%).

Αντίστοιχα, οι τιμές των προϊόντων έμειναν σταθερές και έτσι δεν ήταν δυνατό να καλύψουν την άνοδο αυτή με επακόλουθο το 2012 το αγροτικό εισόδημα να περιοριστεί στα 5,57 δισ. ευρώ μαζί με τις επιδοτήσεις (2,9 δισ. ευρώ) παρουσιάζοντας επιπλέον μείωση 5,3% μετά την προηγούμενη μείωση του 9,8%. Στο διάστημα της τετραετίας η πτώση αντιστοιχεί σε 1,4 δισ.

Η αγροτική εξωστρέφεια που θα μπορούσε να δημιουργήσει την πολυπόθητη υπεραξία τόσο για το αγροτικό εισόδημα όσο και για την ελληνική οικονομία δε φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Ενώ ποσοτικά δεν υπάρχει πρόβλημα διάθεσης των προϊόντων, υπάρχει το δεδομένο των χαμηλών τιμών και της χαμηλής κερδοφορίας με συνέπεια την οικονομική ασφυξία και τη διάχυτη απογοήτευση.

Συγκεκριμένα για το 2012, ενώ πουλήθηκαν 71.095 τόννοι έξτρα παρθένο ελαιόλαδο εισπράχθηκαν μόνον 202,1 εκατ. ευρώ ήτοι μέση τιμή 2,84 ευρώ/kg. που σημαίνει ότι το συντριπτικό του ποσοστό πουλήθηκε χύμα, ενώ το τυποποιημένο που θα έδινε την υπεραξία ήταν αμελητέο. Αντίστοιχα πολύ χαμηλές τιμές είχαν τα πορτοκάλια με 0,39 ευρώ/kg, τα φρέσκα ψάρια με 4,5 ευρώ/kg και τα φρούτα με 0,93 ευρώ/kg. Οι τιμές αυτές δείχνουν παντελή έλλειψη marketing, μηδενικό έλεγχο των καναλιών διανομής και αποεπένδυση στις μεταποιητικές επιχειρήσεις.

Πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες για τη διάθεση εξαγωγικών πιστώσεων ώστε να καμφθεί η στενότητα των τραπεζών, για νέα σύγχρονα μεγάλα σχήματα ομάδων παραγωγών καθώς και εθνικού προϊοντικού branding. Οι θεσμικοί φορείς του χώρου, ιδιαίτερα οι εθνικές διεπαγγελματικές οργανώσεις πρέπει να αναλάβουν το ρόλο που τους αναλογεί, δηλαδή να είναι οι κατ' εξοχήν διαπραγματευτές με τις μεγάλες διεθνείς λιανεμπορικές αλυσίδες, εν είδη αξιόπιστων εμπορικών καναλιών διανομής του συνόλου των προϊόντων ανά κλάδο.

Σημαντικό είναι η ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ τουρισμού – γαστρονομίας – τοπικών προϊόντων με πολιτιστικές αναφορές σαν εναλλακτική διέξοδος «εσωτερικών εξαγωγών» στους 18 εκατ. τουρίστες της χώρας μας.

Πηγή: imerisia.gr