Χάνονται 20 δισ. ετησίως λόγω κακοδιαχείρισης

Οι αιτίες της κακοδιοίκησης και της διαφθοράς είναι τόσες όσες και οι… ημέρες του χρόνου. Σε αυτό συμφωνούν περίπου όλοι όσοι εμπλέκονται με την καταπολέμηση της εντός και εκτός διοίκησης, αποκαλύπτοντας ότι πρόκειται για μια βαθιά ριζωμένη κοινωνική συμπεριφορά, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί απλώς με διώξεις επιόρκων και λειτουργικές μεταρρυθμίσεις. Εχει όμως μια κοινή έκφραση: παραβιάζει τον εύλογο χρόνο διεκπεραίωσης των υποθέσεων.

Πάρτε για παράδειγμα την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη προς τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας για ένα φαινομενικά έλασσον ζήτημα. Ο πολίτης που κατέφυγε στην ανεξάρτητη αρχή διαμαρτυρόταν επειδή η υπηρεσία αρνήθηκε να παραλάβει αίτησή του για χρηματοδοτικό πρόγραμμα λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσής της.

Συγκεκριμένα, η αίτηση κατατέθηκε στις 14.00, ενώ η πλατφόρμα υποβολής είχε κλείσει στις 11.59.

Στην απάντηση της ΓΓΕΤ υποστηρίζεται ότι ο χρόνος υποβολής ήταν ήδη γνωστός, όμως ο Συνήγορος ανταπάντησε ότι, σύμφωνα με τον κώδικα διοικητικής διαδικασίας, θα έπρεπε ως καταληκτική ώρα να θεωρηθεί η 24.00 (μεσάνυχτα), όπως και για όλες τις προκηρύξεις του Δημοσίου. Σε μια αντίστοιχη περίπτωση για την ανάθεση έργου ορισμένου χρόνου σε πολιτικό μηχανικό, δημόσια υπηρεσία έθετε ως χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης την ημερομηνία πρωτοκόλλησης αντί της ημερομηνίας αποστολής της συστημένης επιστολής.

«Το πελατειακό κράτος, που είναι η κύρια έκφραση κακοδιοίκησης, χαρακτηρίζεται βασικά από δύο ειδών πρακτικές: τα ρουσφέτια σε ψηφοφόρους και φίλους πολιτικά και τον έλεγχο των πολιτικών από συγκροτημένες ομάδες συμφερόντων» λέει η Ιωάννα Τσιβάκου, πρώην καθηγήτρια Οργάνωσης της Διοίκησης στα Πανεπιστήμια Αιγαίου και Πάντειο, η οποία εξέδωσε πρόσφατα ένα βιβλίο για τη γραφειοκρατία στην ελληνική διοίκηση (Το Γραφειοκρατικό Σκότος, εκδόσεις Ι. Σιδέρη).

Η κύρια έκφραση των στρεβλώσεων αυτών αντανακλάται στην αρρυθμία με την οποία λειτουργεί. «Το πρόβλημα του χρόνου δεν είναι απλό. Στην Ελλάδα δεν μάθαμε ποτέ τον εργαλειακό χρόνο της Δύσης, επειδή δεν αναπτύχθηκε βιομηχανική οικονομία. Αντιθέτως, άνθρωποι της υπαίθρου με ισχυρές κοινοτικές σχέσεις κλήθηκαν να στελεχώσουν τη διοίκηση, φέρνοντας μαζί τους τα ήθη της υπαίθρου. Το Δημόσιο στην Ελλάδα είναι αργό επικαλούμενο γραφειοκρατικά κωλύματα. Ολα τα παραπάνω δημιούργησαν με τον καιρό σημαντικά ηθικά προβλήματα. Εχει οξυνθεί μάλιστα τόσο η ανηθικότητα, ώστε δεν πιστεύω ότι είναι πάντα σκόπιμη και όχι από άγνοια», συνεχίζει η ίδια. Και οι τρεις αρμόδιες για την εποπτεία της λειτουργίας του κράτους αρχές συμφωνούν με την παραπάνω εκτίμηση.

Ο Λέανδρος Νομικός, ειδικός γραμματέας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, εξειδικεύει λέγοντας πως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σχετίζεται με τις καθυστερήσεις στην επιβολή διοικητικών πράξεων, την αφαίρεση αδειών, τις καταπατήσεις δημόσιας γης και τις παραβιάσεις του οικοδομικού κανονισμού. Παρόμοια εκτίμηση κάνει και ο γενικός επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, Λέανδρος Ρακιντζής: «Σε αδιαφορία και όχι σε πρόθεση οφείλονται οι περισσότερες περιπτώσεις που χειριζόμαστε. Δοκιμάστε να βρείτε αστυνομικό στην Κρήτη όταν μαζεύουν τις ελιές» λέει χαριτολογώντας. Επισημαίνει δε ότι η μεγαλύτερη ομάδα προβλημάτων αφορά την κακή συμπεριφορά των στελεχών της διοίκησης προς τους πολίτες, πράγμα που δείχνει να συνδέεται με την περιγραφή της κ. Τσιβάκου.

Ενα εντυπωσιακό στοιχείο από την έκθεση του γενικού επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για το 2012 είναι πως η κακοδιοίκηση είναι ένα αποκεντρωμένο φαινόμενο, ακόμα κι αν η διοίκηση δεν είναι. «Υπήρχαν πολεοδομίες οι οποίες έκλειναν κάθε Αύγουστο, επικαλούμενες εθιμικό δίκαιο. Τότε γίνονταν και οι περισσότερες παρανομίες» αναφέρει ως παράδειγμα ο κ. Ρακιντζής.

Η πλειονότητα των περιπτώσεων που απασχόλησαν την υπηρεσία του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης για το 2012, αφορούσε το περιβάλλον, τη χωροταξία και τη δόμηση, την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών και -βεβαίως- τις προμήθειες, ενώ οι πιο διεφθαρμένες υπηρεσίες, σύμφωνα με τη σχετική έκθεση, είναι οι δήμοι και οι πολεοδομίες.

Του Ματθαίου Τσιμιτάκη