«Σ’ ευχαριστώ που μ’ αγαπάς»

«Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνουμε… Αλλά, αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα. Γιατί η αγωνία κρατά πολύ και κάνει πολύ θόρυβο». Θανάσης Βέγγος, «Το βλέμμα του Οδυσσέα».
Πίσω στο μακρινό 1995, αυτά τα λόγια του αξέχαστου Θανάση Βέγγου ίσως ακούγονταν υπερβολικά στα αυτιά των θεατών. Σήμερα, 18 χρόνια μετά, θα βρεθούν πολλοί να πουν πως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο σκηνοθέτης της ταινίας που απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών το 1995, προέβλεπε την καταστροφή που, αργά και βασανιστικά, ερχόταν.
Η αλήθεια είναι πως, αν ξέραμε από πριν τι είναι καλύτερο, θα το πετυχαίναμε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν μπορούμε, αλλά ότι δεν ξέρουμε. Κι όταν τελικά μαθαίνουμε, τίποτα δεν διορθώνεται.
Κάθε μεσημέρι
Για χιλιάδες κατοίκους της Αθήνας, που είδαν τη ζωή τους να αλλάζει με ραγδαίο ρυθμό από τη μια μέρα στην άλλη, το μόνο που έχει απομείνει πλέον είναι ένα πιάτο φαγητό και το πρόσκαιρο συναίσθημα ότι κάποιος νοιάζεται ακόμα για εκείνους. Ακόμη και αν εκείνος με τον οποίο μοιράζεται το ίδιο τραπέζι βρίσκεται στην ίδια ή και χειρότερη μοίρα απ’ αυτόν.
Κάθε μεσημέρι, 365 ημέρες τον χρόνο, στο Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων (ΚΥΑΔΑ), η θλίψη των ανέργων συνδυάζεται με το αδιέξοδο των τοξικομανών, την κουρασμένη διεκδίκηση των μεταναστών και το παραλήρημα των ψυχικά διαταραγμένων.
Πόσοι τρώνε εκεί κάθε ημέρα; Περισσότεροι απ’ αυτούς που θέλουν να καταγραφούν. Είναι σκληρό πράγμα ο εξευτελισμός. Ειδικά αν σου έρθει από εκεί που δεν το περιμένεις και, εκεί που ζεις μια φυσιολογική ζωή, δεις ξαφνικά «τον ουρανό να σου πέφτει στο κεφάλι». Δύσκολο να προσδιορίσεις τον αριθμό των μεμονωμένων ανθρώπων και των οικογενειών που καθημερινά καταφεύγουν σε μια κοινωνική υπηρεσία ή μη κυβερνητική οργάνωση (σ.σ.: αυτοί ανέλαβαν να καλύψουν την εσκεμμένη καταστροφή του κράτους πρόνοιας) αναζητώντας βοήθεια.
Σε μια κοινωνία που έχει συνηθίσει να βάζει «λεζάντα» στο κάθε τι, χιλιάδες ψυχές – στα χρόνια της κρίσης – καταχωρίστηκαν στην κατηγορία του «άστεγου», του «άθλιου». Ίσως σε αυτό να συντέλεσε και το ότι είναι σχεδόν αδύνατον να τους προσεγγίσεις, να τους μιλήσεις, να μάθεις κάτι από το παρελθόν τους. Άλλοι επειδή φοβούνται, κάποιοι επειδή συνήθισαν με τα χρόνια στην ανωνυμία, αλλά οι περισσότεροι αποφεύγουν να ανοιχτούν από ντροπή και απελπισία.
Σαμαρείτες
Οι καταλληλότεροι να μιλήσουν γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι όσοι συναναστρέφονται μαζί τους καθημερινά μέσω των κοινωνικών υπηρεσιών. Οι σύγχρονοι Σαμαρείτες, που δίνουν καθημερινά τον δικό τους διπλό αγώνα.
Από τη μια να ανακουφίσουν όσους έχουν ανάγκη και από την άλλη να μαζέψουν κάθε βράδυ τα κομμάτια της «θρυμματισμένης» ψυχής τους.
Η Δήμητρα Νούση, διευθύντρια εδώ και δύο χρόνια στο Κέντρο Υποδοχής Αστέγων του Δήμου Αθηναίων, επέλεξε έναν διαφορετικό τρόπο για να μιλήσει. Πιστή στο λατινικό ρητό «scripta manent» («τα γραπτά μένουν») έγραψε πριν από λίγους μήνες ένα βιβλίο για τους «καταραμένους της Αθήνας». Σε 246 σελίδες προσπάθησε να αποτυπώσει τις εικόνες μιας «κοινωνίας σε κατάρρευση», όπως τις ζει καθημερινά στο Ίδρυμα.
Οικογένειες προσφύγων, άποροι που συνήθισαν να ζουν με επιδόματα και παροχές εδώ και χρόνια, μακροχρόνια άστεγοι, τοξικομανείς, ψυχικά ασθενείς και, το κυριότερο, άνθρωποι που βρέθηκαν άνεργοι στα χρόνια της κρίσης, αδυνατώντας να διαχειριστούν την οικονομική, κοινωνική και ψυχική τους κατάρρευση, συνθέτουν το «μωσαϊκό» των ψυχών που περνούν καθημερινά από το κτήριο της οδού Πειραιώς 35.
«Οι πρόσφυγες είναι εξευτελισμένοι άνθρωποι, ενώ οι Έλληνες είναι εξευτελισμένοι πολίτες. Έβλεπα και βλέπω καθημερινά τις δύο αυτές κατηγορίες να περνούν μπροστά από τα μάτια μου και να αναπτύσσεται ανάμεσά τους μια μαγνητική έλξη, μια τάση προσφυγοποίησης των θυμάτων της κρίσης με σκοπό την τιμωρία τους» αναφέρει στις σελίδες του βιβλίου της η Δ. Νούση.
Πριν από λίγο καιρό στα τραπεζάκια του Ιδρύματος τέσσερις νεαροί στέκονταν στην ουρά του συσσιτίου περιμένοντας τη σειρά τους. Δεν ήταν άστεγοι ούτε τοξικομανείς, αλλά πρόσφατα απολυμένοι φαντάροι, που πήγαιναν κρυφά στο συσσίτιο για να μην επιβαρύνουν τους δικούς τους. Το ίδιο και γονείς, οι οποίοι έχουν ενταχθεί στο Κοινωνικό Παντοπωλείο του Δήμου Αθηναίων (συνολικά 200 οικογένειες, όταν οι αιτήσεις ξεπερνούν τις 600) και κρύβουν στα παιδιά τους πως παίρνουν από εκεί τρόφιμα για να ζήσει ολόκληρη η οικογένεια.
Ή ο Παντελάκης, που συνόδεψε τους άνεργους γονείς του, οι οποίοι ζητούσαν πληροφορίες εγγραφής στο συσσίτιο. Είναι ένας χρόνος τώρα που έχασαν τις δουλειές τους και κατόπιν το σπίτι τους. Σήμερα τους φιλοξενούν συγγενείς.
«Είναι δύο οι κατηγορίες των ανέργων τους οποίους συναντά κανείς εδώ. Αυτοί οι οποίοι επιβίωναν οριακά και σήμερα φιλοξενούνται σε ξενώνες. Και όσοι μέχρι πρόσφατα επιβίωναν με μια σχετική άνεση και σήμερα είτε φιλοξενούνται σε συγγενείς είτε επιλέγουν να φύγουν στην επαρχία, εφόσον υπάρχει ακόμα το πατρικό ή κάποιο εξοχικό. Όμως ζουν με την αγωνία τού πού θα βρίσκονται αύριο» λέει η διευθύντρια του ΚΥΑΔΑ.
Την ίδια δεν τη φοβίζει ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των αστέγων, αλλά η φτώχεια. «Κανένας άστεγος, από αυτούς που μας παρακαλάνε για μια θέση στον ξενώνα, δεν έχει τον πόνο και την οργή αυτού που παρακαλάει για τρόφιμα». Πόνος και οργή. Συναισθήματα που διακατέχουν όλο και περισσότερους κατοίκους μιας χώρας που μέρα με τη μέρα μετατρέπεται σε «στρατόπεδο συγκέντρωσης» απελπισμένων ανθρώπων… Συναισθήματα απρόβλεπτα, που γεννούν απρόβλεπτες αντιδράσεις σε ένα ακόμη πιο απρόβλεπτο μέλλον.
* Το βιβλίο της Δήμητρας Νούση, «Σ’ ευχαριστώ που μ’ αγαπάς», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Πηγή: topontiki.gr