«Κόραξ και αλώπηξ», του Αισώπου

«Κόραξ και αλώπηξ», του Αισώπου

Κόραξ κρέας ἁρπάσας ἐπί τινος δένδρου ἐκάθισεν. Ἀλώπηξ δὲ θεασαμένη αὐτὸν καὶ βουλομένη τοῦ κρέατος περιγενέσθαι στᾶσα ἐπῄνει αὐτὸν ὡς εὐμεγέθη τε καὶ καλόν, λέγουσα καὶ ὡς πρέπει αὐτῷ μάλιστα τῶν ὀρνέων βασιλεύειν, καὶ τοῦτο πάντως ἂν ἐγένετο, εἰ φωνὴν ἔχειν. Ὁ δὲ παραστῆσαι αὐτῇ θέλων ὅτι καὶ φωνὴν ἔχει, ἀποβαλὼν τὸ κρέας μεγάλα ἐκεκράγει. Ἐκείνη δὲ προσδραμοῦσα καὶ τὸ κρέας ἁρπάσασα ἔφη· -Ὦ κόραξ, καὶ φρένας εἰ εἶχες, οὐδὲν ἂν ἐδέησας εἰς τὸ πάντων σε βασιλεῦσαι.-
«Πρὸς ἄνδρα ἀνόητον ὁ λόγος εὔκαιρος.»

«Κοράκι και αλεπού» (ελεύθερη μετάφραση)

Κοράκι άρπαξε ένα κομμάτι κρέας και πήγε να καθίσει σε ένα δέντρο. Μία αλεπού που είδε τα διατρέξαντα λιγουρεύτηκε το κρέας, πήγε κοντά στο δέντρο και κολάκευε το κοράκι λέγοντας του ότι, όντας μεγάλο και δυνατό θα πρέπει να γίνει ο βασιλιάς των πουλιών, αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό θα πρέπει να έχει φωνή δυνατή. Το κοράκι κολακεύτηκε και θέλοντας να κάνει επίδειξη, άνοιξε το στόμα του κράζοντας στεντόρεια και του έπεσε το κρέας. Πέφτοντας το κρέας κάτω η αλεπού κυριολεκτικά του άρπαξε τη μπουκιά από το στόμα, και γυρίζοντας λέει (στο κοράκι) «Κοράκι αν είχες μυαλό δεν θα βαυκαλιζόσουν ότι θα γίνεις βασιλιάς όλων των πτηνών»

«Ο μύθος μας λέει ότι, οι υπερφίαλοι στο τέλος μένουν  -μπουκάλα-.»