Οι πιό αγαπημένες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών

Zorba the Greek (1964). 

Λίγο πριν αποχαιρετίσουμε το 2014, την επετειακή χρονιά του ελληνικού σινεμά που γιόρτασε φέτος τα εκατό του χρόνια, και ενώ το 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονικής έκανε αναδρομικό αφιέρωμα με ταινίες που ψήφισε το ίδιο το κοινό, κάνουμε το δικό μας μίνι γκάλοπ με πρόσωπα των γραμμάτων και των τεχνών ρωτώντας τους ποια είναι η αγαπημένη τους ελληνική ταινία όλων των εποχών. Οι απαντήσεις τους επιφύλαξαν μικρές και μεγάλες εκπλήξεις. Προλογίζει η κριτικός κινηματογράφου Μαρία Κατσουνάκη.

Από τον «Δράκο» στον «Κυνόδοντα»

Συμβαίνει κάτι περίεργο με την ηλικία του ελληνικού κινηματογράφου. Λειτουργεί αντίστροφα. Είναι σα να ξεκίνησε ηλικιωμένος, σε βαθύ γήρας, και σιγά σιγά να απελευθερώθηκε από βάρη και να προσπάθησε να ανακαλύψει τον κόσμο από την αρχή. Να άνοιξε διάπλατα τα μάτια με έκπληξη και όρεξη να ανατρέψει κανόνες, να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα χωρίς προστατευτικά φίλτρα.
Μέσα σε αυτόν τον αιώνα που ξεκίνησε με την «Γκόλφω» (1914, πρώτη μεγάλου μήκους που γυρίστηκε στην Ελλάδα), οι διαδρομές ήταν ποικίλες. Κι αν η ενδοσκόπηση κερδίζει την άτυπη αυτή κούρσα, αφήνοντας πίσω, λαχανιασμένη, την κωμωδία, στην τελευταία σειρά τον σαρκασμό και κολλημένο στην αφετηρία τον αυτοσαρκασμό και τη λιτότητα, πάντα θα υπάρχουν τα πρόσωπα του Λογοθετίδη, του Αυλωνίτη, του Ηλιόπουλου, να μας κλείνουν το μάτι. Κοιτώντας από μια, τεχνητή, απόσταση αυτόν τον αιώνα, βλέπουμε ταινίες που χωρίς δισταγμό αποκαλεί κανείς αριστουργήματα και άλλες που υπερτιμήθηκαν και λησμονήθηκαν στο χρόνο. Βλέπει κυρίως όμως ηθοποιούς που άφησαν εποχή και μια νέα γενιά ερμηνευτών να καθιερώνεται παίρνοντας τη σκυτάλη. Το πρόσωπο του ελληνικού σινεμά είναι τα πρόσωπα των ηθοποιών του. Η Μάρω Βασιλείου («Ευδοκία»), η Αννα Βαγενά (το «Προξενιό της Αννας»), η Μελίνα Μερκούρη («Στέλλα»), ο Θανάσης Βέγγος … ο κατάλογος μεγαλύτερος από τις ταινίες.
Από τις αρχές του αιώνα, στη μεταπολεμική εποχή κι από εκεί στη δικτατορία, στη γέννηση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου έως το πρόσφατο weird wave, η εικόνα της Ελλάδας άλλαζε παράλληλα με το ελληνικό σινεμά. Μπορεί το κοινό να μην ήταν πάντα θεατής των κινηματογραφικών αλλαγών και οι σκηνοθέτες να γύριζαν, για μεγάλα διαστήματα, την πλάτη τους στην κοινωνία. Ομως το παρόν, με τις διεθνείς διακρίσεις, δεν είναι αποκομμένο από το συνεχές – ασυνεχές του παρελθόντος. Από αυτό που κρατάμε και από αυτό που πετάμε. Μαζί πορεύονται. Σε αυτήν την τούρτα γενεθλίων ο «Δράκος» έχει δίπλα του τον «Κυνόδοντα». Είναι αταίριαστοι αλλά όχι άγνωστοι μεταξύ τους.
Ας περιμένουν οι γυναίκες (1998)
Σκηνοθεσία:  Σταύρος Τσιώλης

Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» είναι μια βαθιά πολιτική σάτιρα που σχολιάζει με εξαιρετικό τρόπο τον «Νεοέλληνα» της μεταπολίτευσης, την πολιτική διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, το λάιφ στάιλ, όλα όσα έφεραν τα σημερινά αποτελέσματα. Το κάνει δε με έναν χιουμοριστικό τρόπο και αυτό την κάνει σπουδαία. Δυστυχώς στην Ελλάδα ο πολιτικός και ο καταγγελτικός λόγος εκφράζονται συνήθως «σοβαρά», ενώ η κωμωδία αφορά πάντα φωτομοντέλα, κακά τηλεοπτικά σενάρια και χαζό χιούμορ. Λίγοι καλλιτέχνες, όπως ο Τσιώλης ή ο Κεχαίδης στο θέατρο, καταφέρνουν να κάνουν σάτιρα χωρίς να χάσουν τον στόχο. Οι διάλογοι στην ταινία, με αποκορύφωμα την κλασική πια σκηνή με το «πέναλτι» είναι ταυτόχρονα λαϊκοί, σουρεαλιστικοί, καυστικοί αλλά και ανθρώπινοι. Ενας δεύτερος λόγος που μου αρέσει πολύ αυτή η ταινία είναι γιατί χρησιμοποιεί επαγγελματίες ηθοποιούς αλλά και ερασιτέχνες, και έχει κάτι… χύμα στον τρόπο που έχει γυριστεί. Δεν είναι αυτοαναφορική, δεν είναι ελιτίστικη και βρίσκεται σε άμεσο διάλογο με την κοινωνία. Και μόνο για τις 2 στρουμπουλές γιαγιάδες που βάζουν τα cd, της αξίζει ειδική μνεία…«Ε, Αρχοντούλα;» Αυτό το σινεμά μας λείπει σήμερα.

Κωνσταντίνα Βούλγαρη, σκηνοθέτις και υπεύθυνη του www.hitandrun.gr

Attenberg (2010)
Σκηνοθεσία: Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη

Το Attenberg είναι ό τι καλύτερο έλαχε στον ελληνικό κινηματογράφο τον 21ο αιώνα. Μια ταινία – μετεωρίτης που ήρθε από το πουθενά. Μια ταινία που δεν επιβάλλεται με το έτσι θέλω, μια ταινία που πρέπει να της αξίζεις. Οπως κάποιο έργο μοντέρνας τέχνης το προσπερνάει κανείς χωρίς να του δώσει σημασία, φτάνει όμως ένα κλικ για να σταθεί, να το παρατηρήσει και να του αποκαλυφθεί άξαφνα το νοηματικό πλούτο που περιέχει, έτσι και η ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγκάρη μπορεί να σου ξεφύγει, να περάσει απαρατήρητη. Στην ουσία, το Attenberg αγκαλιάζει μια πολλαπλή θεματολογία γύρω από το θάνατο, το σεξ, την μύηση και τον νεωτερισμό. Αντισυμβατικά και αβίαστα, χωρίς ψυχολογικά βαρίδια αλλά με αλλοπρόσαλλο χιούμορ, καταφέρνει να ταιριάξει την κατάθλιψη με την χαρμοσύνη, να συνδέσει την εκζήτηση των αλλόκοτων συμπεριφορών με την τρυφερότητα των συναισθημάτων, να χορογραφήσει τα σώματα με παιχνιδιάρικο ύφος, να ελαφρύνει τον θάνατο και να απομυθοποιήσει το σεξ. Εκπληκτικό εγχείρημα που τοποθετεί τον κινηματογράφο ως σύνθετη εκφραστικότητα στην διασταύρωση άλλων τεχνών και μέσων, όπως ο χορός, το θέατρο και η video installation. Μεταμοντέρνα και αφοπλιστική χειρονομία που εμπνέει και την μουσική υπόκρουση της ταινίας από την πανκ στην τζαζ και μέχρι τα νοσταλγικά τραγούδια της Φρανσουάζ Αρντί. Με ανυπομονησία. ανάμικτη με  δέος, περιμένουμε την επόμενη ταινία της Τσαγκάρη…

Μισέλ Δημόπουλος, κριτικός κινηματογράφου, πρώην Διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Συνέχεια