Ο Ιούδας του μίσους

(Σκηνή από παιδική έκδοση διηγήματος του Παπαδιαμάντη)

Θλιβερό το πασχαλινό κάψιμο του Ιούδα (ή του Εβραίου), η τελετουργική δηλαδή διαπόμπευση ενός σκιάχτρου ή ομοιώματος ανθρώπου, το οποίο προτού γίνει στάχτη γίνεται στόχος πυροβολισμών και πετροβολήματος.

Μεταμορφωμένη σε τουριστική ατραξιόν, αυτή η ακραία αντιεβραϊκή παράσταση συνδυάζει την αναπαραγωγή του ρατσιστικού στερεότυπου με την απαραίτητη φαντασμαγορία. Μόνο που αυτή η φαντασμαγορία δεν διαφέρει καθόλου ως προς το μήνυμά της από τις εντυπωσιακές τελετές που οργανώνει η Κου Κλουξ Κλαν με τους φλεγόμενους σταυρούς στον αμερικανικό Νότο.

Ενα μαύρο έθιμο

Το έθιμο περιγράφει ως εξής ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας: «Ως πνεύμα κακόν ο Ιούδας πρέπει να καή, να εξαφανισθή και πραγματικώς εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την Μεγ. Παρασκευήν ή κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα ή και την επομένην ανάπτονται πυραί (φανοί, οφανοί, ορφανοί, αρφανοί κ.τ.τ.) και παραδίδεται εις τας φλόγας το ομοίωμα του Ιούδα. Αλλ’ όπως ο διάβολος εις το πνεύμα του λαού μας έγινε πρόσωπον κωμικόν, το οποίον και πολλαχώς σατυρίζεται, ούτω και ο Ιούδας. Εις τα Σελλιά της Κρήτης παρά το Ρέθυμνον την Μεγάλην Εβδομάδα «κάνουνε τον οφανό και απάνω σταίνουνμε τον Ιούδα. Τόνε ντύνουνε με παλιόρουχα και του κρεμνούνε στη χέρα ένα σακκουλάκι με τριάντα χοχλιδόκουπες μέσα, δηλαδή τριάντα τσέφλια από σαλιαγκούς άδεια. Είναι τα τριάκοντα αργύρια απού πήρενε και πρόδωκεν το Χριστό». Και ως να μη ικανοποιούνται με το καύσιμον του ομοιώματός του, αι γυναίκες των Καρδαμύλων της Χίου λέγουν: «Ε, και να ’ταν αληθινός!», ενώ οι Ζακύνθιοι, οι Κορωναίοι, οι Θηβαίοι ίσως δε και άλλοι, κάμνουν τον Ιούδαν αληθινόν πυροτέχνημα».

Οσοι επιμένουν στη διατήρηση του βάρβαρου εθίμου επικαλούνται δύο επιχειρήματα. Αφενός, λένε, πρόκειται για παράδοση, για ένα παμπάλαιο έθιμο. Και κατά δεύτερο λόγο δεν πρόκειται εδώ για Εβραίους, αλλά για τον Ιούδα, ο οποίος έτυχε να είναι Εβραίος. Κατά συνέπεια, στο πρόσωπό του δεν τιμωρούνται οι ομοεθνείς του αλλά οι «προδότες», οι «αγνώμονες», οι «αμαρτωλοί», οι «αποστάτες».

Το πρώτο επιχείρημα δεν αξίζει καν να συζητηθεί. Αλίμονο αν δεν επιτρεπόταν να καταργηθούν οι παραδόσεις που αφορούν λ.χ. τη δουλεία ή τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Και ειδικά μετά το Ολοκαύτωμα πρέπει κανείς να είναι διεστραμμένος ή πεισμένος ναζιστής για να μην αισθάνεται φρίκη μπροστά στο θέαμα αυτό αν ξέρει περί τίνος πρόκειται. Πιο πειστικό είναι το δεύτερο επιχείρημα,

κυρίως επειδή το προβάλλουν άνθρωποι οι οποίοι κατά τα άλλα δεν υιοθετούν την εύκολη επιχειρηματολογία του ρατσισμού.

Μόνο που ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή «καίμε τον Ιούδα προδότη» και όχι τον «Εβραίο» είναι εντελώς προσχηματικός. Γιατί ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Από το διήγημα «Παιδική Πασχαλιά» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη γίνεται σαφές ότι λέγοντας Ιούδα εννοούμε Εβραίο: «Το απόγευμα πάλιν, αφού εψάλη η Β’ Ανάστασις κι έγινεν η Αγάπη, εξήλθαν όλοι εις την πλατείαν κι εθεώντο την πυρπόλησιν του Εβραίου. Τι άσχημος και τι ευμορφοκαμωμένος που ήτον ο Εβραίος! Είχε μίαν χύτραν ως κεφαλήν, είχε και λινάρι ως γένειον. Εφερε και ζεύγος γυαλιά (η Μόρφω τα ενεθυμείτο όλα) όμοια μ’ εκείνα, που φορεί η γραία μάμμη, όταν ράπτη ή εμβαλώνη τα παλαιά ρούχα της. Είχε κι ένα σακκούλι ή πουγγί κρεμασμένον εις το αριστερόν πλευρόν του. Εφόρει μακριά μακριά φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Και αφού τον εκρέμασαν υψηλά-υψηλά, έως επτά οργυιάς επάνω, ήρχισαν οι άνδρες να τον μαστίζουν, να τον τουφεκίζουν όλοι, έως ότου τον έκαυσαν»…συνέχεια