«Φέσι» η καραντίνα για το λιανεμπόριο

 

Το «άνοιξε – κλείσε» της οικονομίας δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην αγορά, με τα λουκέτα καθημερινά να αυξάνονται.

Ειδικότερα οι ιδιοκτήτες των κλειστών καταστημάτων του λιανεμπορίου και της εστίασης βγάζουν τις τελευταίες τους κραυγές αγωνίας ζητώντας να τους ακούσει η κυβέρνηση! Και αυτό επειδή τα χρήματα που δίνει στις περισσότερες περιπτώσεις είναι είτε επιστρεπτέα – δηλαδή μία μορφή δανεισμού – είτε τόσο λίγα που δεν φτάνουν ούτε για να πληρωθούν τα πάγια έξοδα.

Από την άλλη τα οικονομικά στελέχη της Ν.Δ., όπως ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης, επισημαίνουν ότι «κάθε εβδομάδα αυστηρού απαγορευτικού κοστίζει στην οικονομία κοντά στα 200 εκατομμύρια ευρώ».
Μάλιστα ο ίδιος τόνισε ότι «το δημοσιονομικό κόστος από την αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας λόγω του λοκντάουν είναι βαρύ! Το ποσό αυτό έρχεται να επιβαρύνει ένα ήδη παρά πολύ βαρύ φορτίο». Ξεκαθάρισε ότι δεν θα υπάρχουν σε αυτή τη φάση νέα μέτρα στήριξης, αλλά θα παραταθούν οι ενισχύσεις. Εξήγησε δε ο υπουργός πως ο Μάρτιος είναι μήνας επιστρεπτέας προκαταβολής και μήνας αναστολών, ενώ οι αποζημιώσεις από τα ενοίκια παραμένουν.

Κεφαλαιακή ανεπάρκεια

Εν τω μεταξύ την αποτελεσματικότητα των πολιτικών που έχουν ήδη εφαρμοστεί στις χώρες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, για τον περιορισμό των επιπτώσεων της πανδημίας στον εταιρικό τομέα αξιολογεί έκθεση του ΔΝΤ, με λεπτομερή στοιχεία ισολογισμών και οικονομικών αποτελεσμάτων για περισσότερες από 4.000.000 ευρωπαϊκές εταιρείες.
Διαπιστώνει ότι οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν ναι μεν έχουν μειώσει σημαντικά τα ελλείμματα ρευστότητας των επιχειρήσεων και έχουν βοηθήσει στη μείωση των απωλειών θέσεων εργασίας και παραγωγής αλλά το «κακό» δεν μαζεύεται.

Στο δείγμα συμμετείχαν και 24.757 ελληνικές επιχειρήσεις, εκ των οποίων οι 24.300 είναι μικρομεσαίες και μόλις οι 457 μεγάλες. Οι ελληνικές επιχειρήσεις του δείγματος έχουν κύκλο εργασιών 170 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 63 δισ. ευρώ είναι ο τζίρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και 107 δισ. ευρώ ο τζίρος των μεγάλων εταιρειών. Σημειώνει λοιπόν πως η ικανότητα των μέτρων να περιορίσουν την αύξηση των πτωχεύσεων και να μειώσουν σημαντικά τις πιέσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις φαίνεται περιορισμένη.
Στη βάση αυτή εκτιμά πως, για να καλυφθεί το χάσμα των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων, θα πρέπει να διατεθεί ένα ποσό που θα κυμαίνεται μεταξύ 2% έως 3% του ΑΕΠ ανά χώρα.

Κατά την έκθεση, ενώ η δημόσια στήριξη κάλυψε το 60% των αυξημένων αναγκών ρευστότητας των ευρωπαϊκών εταιρειών, κάλυψε μόνο το 30% των κεφαλαιακών τους αναγκών. Κάτι που για το ΔΝΤ σημαίνει πως το μερίδιο των αφερέγγυων εταιρειών στην Ε.Ε. θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 6%.
Ωστόσο από τις Βρυξέλλες τα νέα για ενίσχυση των επιχειρήσεων δεν είναι ενθαρρυντικά. H παραδοχή από το YΠOIK ότι ήδη οι παρεμβάσεις που έχουν ληφθεί έχουν επιβαρύνει τα κρατικά ταμεία με 11,6 δισ. ευρώ (αντί για 7,5 δισ. ευρώ που είχε αρχικά προβλεφθεί τον Δεκέμβριο), δείχνουν πόσο στενεύουν – κάθε μέρα παράτασης των περιορισμών – τα περιθώρια στήριξης του επιχειρηματικού κόσμου και της εργασίας, επισημαίνουν αρμόδιες πήγες.

Συνεχείς παρατάσεις
O σχεδιασμός προσώρας για τη στήριξη της αγοράς για την παράτασή του και τον Μάρτιο ήδη συνοδεύθηκε με παράταση στο ζήτημα των επιταγών. Ανάλογες κινήσεις δρομολογούνται και για το θέμα των ενοικίων, των αποζημιώσουν ειδικού σκοπού κ.λπ.
Ακούγονται βέβαια και κάποια σενάρια που κάνουν λόγο για αλλαγή σε παρεμβάσεις όπως η επιστρεπτέα προκαταβολή, ώστε να ενισχύσει περισσότερο τις κλειστές εταιρείες μέσα στον Μάρτιο αν οι περιορισμοί διαρκέσουν. Ωστόσο, τα οριζόντια μέτρα γίνεται σαφές ότι θα τελειώσουν. Μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες.
Τα μέτρα στήριξης δεν μπορούν να καλύψουν όχι μόνο τις απώλειες, αλλά πλέον ούτε και ζωτικές ανάγκες. Και με την ύφεση να συνεχίζει σε διψήφιους αριθμούς και τα πλήγματα στην αγορά και τα εισοδήματα συνεχή, πλήρης αβεβαιότητα και ανασφάλεια κυριαρχούν απ’ άκρου σε άκρο σε ολόκληρη την πραγματική οικονομία, η οποία παραμένει «κολλημένη» σε τέλμα.

Βουνό τα… βερεσέδια
Την ίδια ώρα βόμβα έτοιμη να εκραγεί είναι το ιδιωτικό χρέος για την οικονομία, το οποίο αυξάνεται ανεξέλεγκτα πλέον βαδίζοντας προς την περιοχή των 250 δισ. ευρώ, ποσό ρεκόρ όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα όλων των εποχών, αλλά και στην ευρωπαϊκή συγκριτική κλίμακα.
Και πώς να είναι διαφορετικά αφού τζίροι, εισπράξεις, ιδιωτική κατανάλωση υφίστανται συντριβή, η ύφεση συνεχίζει σε διψήφιους αριθμούς και τα πλήγματα στην αγορά και τα εισοδήματα είναι συνεχή, ενώ πλήρης αβεβαιότητα και ανασφάλεια κυριαρχούν με την οικονομία να παραμένει «κολλημένη» σε τέλμα.

Και έτσι, στο προϋπάρχον «βουνό» των «κόκκινων» οφειλών παντός είδους των ελληνικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών προς το κράτος, δηλαδή εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, συν τη νέα γενιά «κόκκινων» δανείων προς τις τράπεζες και τις οφειλές προς άλλους φορείς (ΔEH κ.ά.) προστίθεται το ιδιωτικό «κωρονοχρέος», που αναμένεται να ξεπεράσει τα 30-35 δισ. ευρώ, υπονομεύοντας από την πλευρά του τις προοπτικές γρήγορης επανόδου της χώρας στην τροχιά της σταθερής και βιώσιμης ανάκαμψης.
Όσο δε ο «συναγερμός» παρατείνεται και ο χρόνος επιστροφής της οικονομίας στην πλήρη κανονικότητα δεν μπορεί να προσδιοριστεί, αλλά συνεχώς μετατίθεται, οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται. Ήδη, λόγω της νέας αύξησης των κρουσμάτων, τα τοπικά «σκληρά» λοκντάουν επιμηκύνονται σε χρόνο, αλλά και αυξάνονται σε αριθμό, με αυτό της Αθήνας να κυριαρχεί στην παραγωγή αρνητικού οικονομικού αποτελέσματος, με τη ζημιά για κάθε μήνα να αυξάνεται κατά 3 – 3,5 δισ. ευρώ – ούτε λίγο ούτε πολύ σχεδόν κατά 2% του AEΠ.

Φέσια στο Δημόσιο
Οι αριθμοί είναι «αφοπλιστικοί». Συνοπτικά προς τις εφορίες τα ληξιπρόθεσμα χρέη πέρασαν ήδη στη σφαίρα των 108 δισ. ευρώ. Οι αναστολές των φορολογικών υποχρεώσεων δεν αρκούν, όπως όλα δείχνουν, για να αναστρέψουν το βαρύτατο κλίμα στην οικονομία, κάτι που αποτυπώνεται και στα στοιχεία των ληξιπρόθεσμων χρεών προς τις εφορίες, που σε διάρκεια μόλις ενός μήνα αυξήθηκαν κατά 1,34 δισ. ευρώ, θυμίζοντας τις εποχές των μνημονίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔE, στο διάστημα Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου οι οφειλές αυξήθηκαν κατά 7,12 δισ. ευρώ, από 5,786 δισ. ευρώ που ήταν στο ενδεκάμηνο. Από το ποσό των 7,11 δισ. ευρώ, τα 5,685 δισ. ευρώ αφορούν τη μη πληρωμή φόρων.
Από την ανάλυση των στοιχείων της ΑΑΔE προκύπτει ότι οι συσσωρευμένες οφειλές των προηγούμενων ετών έχουν ξεπεράσει τα 108,1 δισ. ευρώ και ακόμα και μετά την αφαίρεση 24 δισ. ευρώ που έχουν χαρακτηριστεί ως «ανεπίδεκτα είσπραξης» το ποσό που οφείλουν 4 εκατ. επιχειρήσεων και φορολογούμενων ανέρχεται στα 84,1 δισ. Χρέη στο Δημόσιο έχουν πλέον 4 εκατ. φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, με τους οφειλέτες στους οποίους είναι εφικτό το να επιβληθούν αναγκαστικά μέτρα είσπραξης να φθάνουν 1,84 εκατ.
Ήδη σε 1,29 εκατ. οφειλέτες έχουν επιβληθεί αναγκαστικά μέτρα, δηλαδή κατασχέσεις μισθών και τραπεζικών λογαριασμών. Ενώ τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη ανήλθαν στο πρώτο δωδεκάμηνο στα 7,12 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 5,68 δισ. αφορούν φόρους. H συνολική επιβάρυνση σε επίπεδο έτους θα πλησιάσει τα 10 δισ.

Μικρότερη επιβάρυνση υπάρχει στα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία, που πάντως δεν θα είναι μικρότερη των 2 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση και περίπου 4,5 – 5 δισ. μέχρι τέλους του 2021. Σήμερα οι συνολικές οφειλές προς τα ταμεία αγγίζουν τα 37,4 δισ. και, επομένως, αναμένεται να ξεπεράσουν τα 42 δισ. Από τον Μάρτιο αρχίζει η καταβολή των πέντε δόσεων ρυθμισμένων οφειλών 800.000 και πλέον ελεύθερων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών, συνολικού ύψους 1,084 δισ., και το ερώτημα που «καίει» τον EΦKA είναι πόσα απ’ αυτά θα αποπληρωθούν ομαλά.
Είναι φανερό δηλαδή ότι, μόλις αρχίσουν να αίρονται οι περιορισμοί και τα αναγκαστικά «λουκέτα» ανά κλάδο, θα σκάσουν χιλιάδες κανόνια.

Στο βάραθρο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις

Στα 4,28 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκαν οι εισπράξεις από τον τουρισμό το 2020, έναντι 18,1 δισ. το 2019, λόγω του κορωνοϊού, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία, το ταξιδιωτικό ισοζύγιο τον Δεκέμβριο του 2020 εμφάνισε πλεόνασμα ενός εκατομμυρίου ευρώ, έναντι πλεονάσματος 29 εκατ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2019.
Ειδικότερα, μείωση κατά 88,6% κατέγραψαν τον Δεκέμβριο του 2020 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 34 εκατ. ευρώ, έναντι 294 εκατ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2019, ενώ μείωση κατά 87,7% παρατηρήθηκε και στις ταξιδιωτικές πληρωμές (Δεκέμβριος 2020: 33 εκατ. ευρώ, Δεκέμβριος 2019: 266 εκατ. ευρώ). Η μείωση των ταξιδιωτικών εισπράξεων οφείλεται στην πτώση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης κατά 86,0% και της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι κατά 16,1%. Οι καθαρές εισπράξεις από την παροχή ταξιδιωτικών υπηρεσιών αντιστάθμισαν κατά 0,1% το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και συνέβαλαν κατά 0,4% στο σύνολο των καθαρών εισπράξεων από υπηρεσίες.

Το 2020, το ταξιδιωτικό ισοζύγιο εμφάνισε πλεόνασμα 3.514 εκατ. ευρώ, έναντι πλεονάσματος 15.435 εκατ. ευρώ το 2019. Μείωση κατά 13.898 εκατ. ευρώ (-76,5%) παρουσίασαν οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 4.280 εκατ. ευρώ, ενώ πτώση κατά 1.978 εκατ. ευρώ (-72,1%) παρατηρήθηκε και στις ταξιδιωτικές πληρωμές, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 766 εκατ. ευρώ.
Η μείωση των ταξιδιωτικών εισπράξεων οφείλεται στην πτώση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης κατά 76,5%, καθώς η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε κατά 2,8%. Οι καθαρές εισπράξεις από την παροχή ταξιδιωτικών υπηρεσιών αντιστάθμισαν κατά 19,0% το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και συνέβαλαν κατά 48,4% στο σύνολο των καθαρών εισπράξεων από υπηρεσίες.

Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εμφάνισαν μείωση κατά 76,5% σε σύγκριση με το 2019 και διαμορφώθηκαν στα 4.280 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στην πτώση των εισπράξεων από κατοίκους των χωρών της Ε.Ε. – 27 κατά 70,8%, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 2.840 εκατ. ευρώ, καθώς και των εισπράξεων από κατοίκους των χωρών εκτός της Ε.Ε. – 27 κατά 82,0%, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 1.434 εκατ. ευρώ.
Αναλυτικότερα οι εισπράξεις από κατοίκους των χωρών της ζώνης του ευρώ διαμορφώθηκαν στα 2.390 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 69,1%, ενώ οι εισπράξεις από κατοίκους των χωρών της Ε.Ε. – 27 εκτός της ζώνης του ευρώ εμφάνισαν πτώση κατά 77,5% και διαμορφώθηκαν στα 451 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα, οι εισπράξεις από τη Γερμανία μειώθηκαν κατά 61,6% και διαμορφώθηκαν στα 1.135 εκατ. ευρώ, ενώ οι εισπράξεις από τη Γαλλία μειώθηκαν κατά 66,3% και διαμορφώθηκαν στα 367 εκατ. ευρώ.
Από τις χώρες εκτός της Ε.Ε. – 27, πτώση κατά 70,8% παρουσίασαν οι εισπράξεις από το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 749 εκατ. ευρώ, ενώ οι εισπράξεις από τις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 93,0% και διαμορφώθηκαν στα 83 εκατ. ευρώ. Οι εισπράξεις από τη Ρωσία μειώθηκαν κατά 96,9% και διαμορφώθηκαν στα 14 εκατ. ευρώ.

Η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση τον Δεκέμβριο του 2020 διαμορφώθηκε σε 97.000 ταξιδιώτες, μειωμένη κατά 86,0% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2019. Ειδικότερα, η ταξιδιωτική κίνηση μέσω αεροδρομίων μειώθηκε κατά 88,4%, ενώ αυτή μέσω οδικών σταθμών κατά 86,6%. Η μείωση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης ήταν αποτέλεσμα της πτώσης της ταξιδιωτικής κίνησης από τις χώρες της Ε.Ε. – 27 κατά 83,8% και της ταξιδιωτικής κίνησης από τις χώρες εκτός της Ε.Ε. – 27 κατά 87,8%.
Αναλυτικότερα, η ταξιδιωτική κίνηση από τις χώρες της ζώνης του ευρώ διαμορφώθηκε σε 34.000 ταξιδιώτες, παρουσιάζοντας μείωση κατά 82,7%, ενώ πτώση κατά 85,8% εμφάνισε και η ταξιδιωτική κίνηση από τις χώρες της Ε.Ε. – 27 εκτός της ζώνης του ευρώ (Δεκέμβριος 2020: 16.000 ταξιδιώτες, Δεκέμβριος 2019: 113.000 ταξιδιώτες).

Της ΑΝΤΡΙAΝΑΣ  ΒΑΣΙΛA

Πηγή: topontiki.gr

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *