Αφιέρωμα 1821-2021: Αναζητώντας εθνική συνείδηση

(Φωτ. αναπαράσταση της άμυνας του Κάστρου του Άστρους στην επίθεση του Ιμπραήμ το 1826)

Η αυτονομία της Ελλάδας παραχωρήθηκε σχετικά απλά και ήρθε ως συνέπεια της ήττας της Τουρκίας στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1928-1829 αλλά και μιας σειράς διπλωματικών αντιθέσεων και διαφορών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων που επέβησαν τελικά υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Σε αυτό συνέβαλαν αποτελεσματικά και οι πολιτικοί χειρισμοί του Καποδίστρια ο οποίος, παρόλο που θεωρείτο άνθρωπος της Ρωσίας, άσκησε πολιτική ίσης φιλίας απέναντι στις τρεις Δυνάμεις. Ο πολύ έμπειρος κυβερνήτης γνώριζε άριστα ότι ο άστοχος χειρισμός των σχέσεων της χώρας απέναντί τους θα ήταν δυνατόν όχι μόνο να οδηγήσει στη ματαίωση της εφαρμογής της Συνθήκης της 6ης Ιουλίου αλλά και να προκαλέσει ενδεχομένως σύγκρουση των τριών Δυνάμεων με ολέθριες συνέπειες για την Ελλάδα. Με αυτό το σκεπτικό, εφάρμοσε απαρέγκλιτα την πολιτική ίσης φιλίας προς τις Δυνάμεις, την οποίαν ανήγαγε μάλιστα σε αληθινή πολιτική εθνικής ανεξαρτησίας.

Τελικά οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να δεχθούν τα σύνορα Παγασητικού – Αμβρακικού όπως ακριβώς καθορίστηκαν από τις δυτικές Δυνάμεις στη Συνθήκη της Αδριανούπολης το 1829. Με το που επεβλήθη η αυτονομία της Ελλάδας ξεκίνησε ένας νέος κύκλος αντιπαράθεσης της νέας πλέον χώρας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αυτός εστιάστηκε στη ρήξη της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας με το Πατριαρχείο, πράγμα το οποίο διασπούσε το ελληνορθόδοξο μιλιέτ της αυτοκρατορίας που αποτελούσε τον συνεκτικό ιστό των χριστιανικών πληθυσμών της.

Παρά τις επιμέρους μικροδιαφορές των τριών Δυνάμεων, που τελικά λειτούργησαν από τύχη υπέρ της συγκρότησης του νέου ελληνικού κρατιδίου, τόσο οι Γάλλοι όσο και οι Άγγλοι, προβλέποντας τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις στο Ανατολικό

Ζήτημα, έκριναν ότι η πλήρης ανεξαρτησία της Ελλάδας εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους και εργάστηκαν προς την κατεύθυνση εκείνη που οδήγησε στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου στις 3 Φεβρουαρίου 1830. Η πίεση των Αγγλογάλλων προς αυτή τη λύση ήταν ένας ευφυής πολιτικός ελιγμός, που λειτούργησε στις εξελίξεις ως αντίβαρο στην επιρροή που είχε διασφαλίσει η ορθόδοξη Ρωσία επιβάλλοντας τον Καποδίστρια.

Είναι αλήθεια ότι τότε υπήρχαν συγκρουόμενα συμφέροντα ανάμεσα στις τρεις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Μάλιστα, η «Ειδική Επιτροπή για τα προβλήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» που είχε ορίσει πριν από τη Συνθήκη της Αδριανούπολης ο Τσάρος Νικόλαος, είχε εκτιμήσει ότι ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν συνέφερε τη Ρωσία, θεωρώντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι υπόλοιπες Δυνάμεις θα πρόβαλαν εδαφικές απαιτήσεις στα Βαλκάνια. Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, η ρωσική πλευρά τασσόταν υπέρ της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, πιστεύοντας ότι ο διαμελισμός της τελικά θα απέβαινε ενάντια στα πραγματικά συμφέροντα της Ρωσίας.

Αυτές οι αλληλοσυγκρουόμενες πολιτικές των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν, όπως είναι φυσικό, ιδιαίτερη επίδραση στο νεοσύστατο κράτος, το οποίο προσπαθούσε να κρατήσει ίσες αποστάσεις απέναντί τους προκειμένου να διασφαλίσει την ανεξαρτησία του. Τελικά, μέσα απ’ αυτή την πολιτική ισορροπιών, η Ελλάδα έστρεψε την προσοχή της προς τη Δύση παραμερίζοντας την ομόθρησκή της Ρωσία. Θα φανεί ίσως παράξενο, αλλά σε αυτή την προτίμηση έπαιξε ρόλο η αρχαία ελληνική κληρονομιά περισσότερο από το ομόθρησκο. Οι Δυτικοί γνώριζαν και θαύμαζαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, πράγμα που δημιουργούσε από μόνο του μια ισχυρή συναισθηματική δέσμευση απέναντι στο νεοσύστατο κρατίδιο.

Σε προηγούμενα σημειώματά μας έχουμε αναφερθεί για το πώς η Δύση αγκάλιασε όλους εκείνους τους Έλληνες λόγιους μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι βρήκαν καταφύγιο σε διάφορες πόλεις κάνοντας γνωστό στη Δύση τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, κυρίως μέσω του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Οι Δυτικοί, παρακινούμενοι από πραγματικά φιλελληνικά αισθήματα (που τόσο χυδαία και ποταπά αμφισβητήθηκαν από διαφόρους ημιάγριους ιθαγενείς…) καλλιέργησαν με ρομαντική διάθεση την ιδέα της συνέχειας του ελληνισμού, συνδέοντας τους τότε Έλληνες με τους αρχαίους τους προγόνους. Αυτή την ιδέα οι Έλληνες ευφυώς την ενστερνίστηκαν με ενθουσιασμό. Ο αγώνας τους πλέον λάμβανε ένα ισχυρότατο πλεονέκτημα: ήταν οι απόγονοι του πιο ένδοξου πολιτισμού, ήταν οι συνεχιστές τους στην Ιστορία. Αυτό το ιδεολόγημα χάρισε έμπνευση, δύναμη, αλλά και μια αξιοπρέπεια απέναντι στους υπολοίπους Ευρωπαίους. Οι Έλληνες, οι απόγονοι των ασύγκριτων ανδρών της αρχαιότητας, ζητούσαν πλέον βοήθεια από τους χριστιανούς Ευρωπαίους, που τόσα χρωστάνε στον αρχαίο αυτόν πολιτισμό. Αυτή η ιδέα συγκινούσε ιδιαιτέρα τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη.

Βεβαίως εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτό το ιδεολόγημα δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να διαγράψει τη βαθύτατη ανατολική νοοτροπία, την οποία είχε η πλειονότητα των Ελλήνων που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Ωστόσο, αυτό που βάρυνε στην προσπάθεια συγκρότησης της εθνικής συνείδησης ήταν ο δυτικός πολιτισμός, με τα προτάγματα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Ήταν μια διαδικασία η οποία είχε ξεκινήσει πολύ πριν από την κατοχύρωση των εθνικών συνόρων.

Στο νεοσύστατο κράτος άρχισε – ταυτόχρονα με την οικοδόμησή του – ένας αγώνας πνευματικός, που θα έλεγε κανείς ότι συνεχίζεται με ασαφείς όρους μέχρι σήμερα. Στην αναζήτηση του εθνικού μας αφηγήματος οι λόγιοι της εποχής έστρεψαν την προσοχή τους στο να υπηρετήσουν και να διαδώσουν την ιδέα της σύνδεσής μας με την αρχαιότητα, πράγμα που μας συνέδεε αυτόματα με τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό και ενέτασσε τη χώρα στον δυτικό κόσμο. Από την άλλη, αυτή η προσπάθεια έβρισκε αντικειμενικές δυσκολίες που δεν ήταν εύκολο να ξεπεραστούν, προσκρούοντας πάνω στον εμπεδωμένο ανατολίτικο και βυζαντινό χαρακτήρα της χώρας, που αντιπροσώπευε μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Να σημειώσουμε ότι αυτές οι αναπροσαρμογές ήταν τις περισσότερες φορές επώδυνες και ακατανόητες στον μέσο Έλληνα ανατολίτη. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και ιδιαιτέρα χρήσιμες, αν λάβει κανείς υπόψη τι άφηνε πίσω του ο υπόδουλος ελληνισμός και, κυρίως, ποιες προοπτικές ανοίγονταν μπροστά του.

Προφανώς, η ρομαντική διάθεση δεν αποτελεί μοχλό της Ιστορίας αλλά ενίοτε μπορεί να την επηρεάσει. Έτσι κι ο φιλελληνισμός διαφόρων χωρών ή προσώπων αντιμετωπίζεται και εξετάζεται μέσα από συσχετισμούς εθνικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων. Το ζήτημα πάντα ήταν, και εξακολουθεί να είναι, το αν η χώρα μπορεί να διαχειρίζεται στις διάφορες ιστορικές συγκυρίες το δικό της συμφέρον, εκμεταλλευόμενη τις εκάστοτε πολιτικές καταστάσεις – δίχως να ψάχνει συνέχεια σωτήρες που θα …αγωνιστούν για το μεγαλείο της!

Τις βαθύτατες αυτές χαρακτηρολογικές αντιφάσεις το νεοελληνικό κράτος όχι μόνο δεν μπόρεσε να τις επιλύσει, αλλά θα έλεγε κανείς ότι αποτελούν μια από τις βασικές κακοδαιμονίες του ελληνισμού οι οποίες κρατούν τη χώρα μακριά από τον φυσικό της χώρο, που είναι η Ευρώπη και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Πηγή: topontiki.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *