Εργασιακός εκφοβισμός: Σχεδόν 4 στους 10 έχουν υπάρξει στόχοι – Τι δείχνει η πρώτη έρευνα στην Ελλάδα

Αυξητικές τάσεις λόγω της οικονομικής κρίσης προηγούμενων ετών και της υγειονομικής που βρίσκεται σε εξέλιξη εμφανίζει ο εκφοβισμός στο εργασιακό περιβάλλον.

Σύμφωνα με έρευνα για λογαριασμό της MRKConsulting με εξειδίκευση στην Αποφυγή και Διαχείριση του Εργασιακού Εκφοβισμού, Στρες, Burnout και τον Ιωάννη Μαρκέτο, από  την Κάπα Research, πρόκειται για κοινωνικό πρόβλημα που δεν εντοπίζεται μόνο στον χώρο του θεάματος και του αθλητισμού, καθώς ποσοστά άνω του 40% αναφέρονται επίσης σε Τουρισμό-Εστίαση, Εμπόριο και Υγεία.

Σχεδόν 4 στους 10 εργαζομένους (38%) δηλώνουν ότι έχουν υπάρξει οι ίδιοι στόχοι εργασιακού εκφοβισμού κάποια στιγμή στην επαγγελματική τους διαδρομή, αλλά και στον οργανισμό/ φορέα που εργάζονται σήμερα.

Στόχοι είναι, κατά κύριο λόγο, όσοι βιώνουν επισφάλεια στην εργασία τους, οι γυναίκες, όσοι εργάζονται με μερική απασχόληση, τα χαμηλά εισοδήματα των 12.000 ευρώ ετησίως, οι άνεργοι σήμερα που είχαν στο παρελθόν επαγγελματική δραστηριότητα, όσοι δεν έχουν σύντροφο ή οικογένεια να τους υποστηρίξουν. Η αμέσως δεύτερη κατηγορία εργαζομένων που στοχοποιούνται είναι εκείνη με εισόδημα 20.001-30.000 ευρώ, η κατηγορία των εργαζομένων των «μεσαίων στελεχών».

Το 85% των ερωτώμενων γνωρίζει έστω και επιφανειακά τι είναι ο εργασιακός εκφοβισμός, το 63%,κάποια στιγμή στην επαγγελματική του πορεία, έμαθε για κάποια περίπτωση εργαζομένου που έγινε στόχος στο εργασιακό του περιβάλλον, το 52% έχει υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας, γνωρίζει περίπτωση που κλονίστηκε η υγεία, σωματική ή ψυχική, κάποιου εργαζομένου –στόχος (47%) ή εξαναγκάστηκε σε παραίτηση για να μην υφίσταται άλλο εκφοβισμό (39%).

Την ίδια στιγμή, η υποδοχή του ελληνικού #metoo υπήρξε τόσο θερμή ώστε το 55% των ερωτώμενων να νιώθει ελπίδα και το 24% ικανοποίηση για τη δημόσια καταγγελία της θυματοποίησης/ στοχοποίηση.

Οι μορφές που λαμβάνει ο εργασιακός εκφοβισμός ποικίλλουν, με κύριο χαρακτηριστικό την λεκτική βία, την υποβάθμιση της δουλειάς αλλά και αφανείς, όπως διασπορά αρνητικών φημών και σκόπιμη απομόνωση.

Όσοι έχουν υπάρξει στόχοι έχουν υποστεί, κυρίως λεκτική επίθεση/βία (79%), σκόπιμη υποβάθμιση της δουλειάς τους (65%) και διαρροή φημών ή/και αρνητικού σχολιασμού πίσω από την πλάτη τους (54%).  Έχουν  υποστεί, ακόμη, σκόπιμη απομόνωση (30%), δημόσια ταπείνωση/διαπόμπευση (για θέματα της δουλειάς ή τα προσωπικά τους (28%), μη-λεκτική βία μέσω γραπτών μηνυμάτων, εκφράσεων ή μορφασμών(20%), εξωστρεφή αλλά άδηλη/παθητική επιθετικότητα (18%), σεξουαλική παρενόχληση (12%), εξαίρεση από κοινωνικές εκδηλώσεις της εταιρίας (11%), σωματική βία (8%), διαδικτυακό εκφοβισμό ή εκφοβισμό μέσω ηλεκτρικών μέσων(5%).

Ο δημόσιος τομέας παρουσιάζει επίσης υψηλά επίπεδα εργασιακού εκφοβισμού (32%) σε σχέση με το (44%) του ιδιωτικού τομέα.

Το προφίλ των θυτών και των θυμάτων

Όσον αφορά στους θύτες, προβαίνουν σε κατάχρηση «εξουσίας» αφού στη συντριπτική πλειονότητά τους είναι προϊστάμενοι (87%) και λιγότερο (29%) ομόβαθμοι συνάδελφοι, άνδρες, κυρίως, (54%), αλλά και γυναίκες: παρόλο που οι ίδιες είναι συχνότερα στόχοι, στο 46% των περιπτώσεων άσκησης εργασιακού εκφοβισμού συμμετείχε γυναίκα.  Αξιοσημείωτο είναι το (9%) του εκφοβισμού που ασκεί κάποιος πελάτης ή πολίτης από τον κόσμο με τον οποίο έρχεται ο υπάλληλος σε επαφή την ώρα της εργασίας του. Στην περίπτωση αυτή την επανάληψη του φαινομένου δεν την ασκεί απαραίτητα  ο ίδιος πελάτης ή πολίτης αλλά είναι το μοτίβο και η αντίληψη ότι «έχουμε το δικαίωμα να ξεσπάσουμε»  πάνω του.

Σοβαρές συνέπειες για τον εργαζόμενο-στόχο

Ο εργασιακός εκφοβισμός έχει συνέπειες στην εργασία του (Σκέψη για παραίτηση (78%), απουσιασμός* (67%), χαμηλή επαγγελματική αυτό-εκτίμηση (52%), στην οικογενειακή του ζωή (μεταφορά του προβλήματος στο σπίτι (79%) και ξεσπάσματα στα άλλα μέλη του νοικοκυριού(59%), στην κοινωνική του ζωή (εμμονή με το πρόβλημα (72%), κοινωνική απομόνωση(36%), στη σωματική του υγεία (από τις συχνότερες διαταραχές ύπνου (82%) και διατροφής (58%) , (εξανθήματα, τριχόπτωση δερματοπάθεια κ,α (57%) έως πιο σπάνια, σοβαρά νοσήματα (15%) και, τέλος στην ψυχική του υγεία (έντονο στρες (92%), κατάθλιψη (55%) , αύξηση σε κάπνισμα (48%)/ αλκοόλ (20%), αλλά και μετατραυματικό στρες (55%), δηλαδή πολύ καιρό κατόπιν των περιστατικών ζει ξανά και ξανά τον εκφοβισμό του.

Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις όπου σημειώθηκε ο εκφοβισμός, δεν ελήφθη κανένα μέτρο έκτοτε για αποτροπή ανάλογων περιστατικών (70%) ούτε υπήρξαν συνέπειες για τους θύτες (73%). Απουσιάζει, δηλαδή, η θεσμική και ολιστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Ο εργασιακός εκφοβισμός όταν δεν αντιμετωπίζεται λειτουργεί και ως αρνητικός παράγοντας και για τις ίδιες τις εταιρίες, Το 75% των εργαζομένων που υφίστατο εργασιακό εκφοβισμό δεν προτείνουν την εταιρία τους σε άλλους.

Ο συνδυασμός της μη λήψης μέτρων, του κακού κλίματος, των παραιτήσεων λόγω εργασιακού εκφοβισμού, των εργαζόμενων που  έχει κλονιστεί η υγεία τους,  και ο εξαναγκασμός σε απομάκρυνση ή παραίτηση είναι παράγοντες που λειτουργούν αρνητικά στο οικοσύστημα και την βιωσιμότητα των εταιριών  όχι μόνο ως προς την εκροή στελεχών και εργαζομένων αλλά και στην δυσκολία εύρεσης νέου προσωπικού.  Είναι η στιγμή που και οι εταιρίες (43% ) χρειάζεται να λάβουν μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου του εργασιακού εκφοβισμού.

Πηγή: lifo.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *